About Jaquou Utopie

Μικρόκοσμος Και να, τι θέλω τώρα να σας πω Μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας, φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο. Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε. Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα. Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά κι η γη μας τόση δα μικρή. Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ’ άστρα, εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω. Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει. είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε Ν. Χικμέτ

Δεν καρατομούνται τα δέντρα…*

Περπατούσα ανάλαφρα, σαν να’ χα φτάσει ένα βράδυ Ιουλίου σε μια ξένη πόλη. Έπιασα να σφυρίζω ένα μεξικάνικο τραγούδι. Αλλά αυτή η πλαστή ξεγνοιασιά δεν κράτησε πολύ. Περπατούσα δίπλα στο κιγκλίδωμα του Λουξεμβούργου, και το ρεφρέν του «Ay Jalisco no te rayes» έσβησε στα χείλη μου. Μια αφίσα ήταν κολλημένη στον κορμό ενός απ’ τα ψηλά δέντρα που μας σκεπάζουν με τα φύλλα τους μέχρι την είσοδο των Κήπων, ψηλά, στο Σεν-Μισέλ. «Αυτό το δέντρο είναι επικίνδυνο. Πρόκειται να κοπεί. Θ’ αντικατασταθεί αυτόν τον χειμώνα». Για λίγα δευτερόλεπτα, νόμισα ότι έβλεπα ένα κακό όνειρο. Στεκόμουν εκεί, απολιθωμένος, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτή τη θανατική καταδίκη. Ένας περαστικός ήρθε και μου είπε: «Αισθάνεστε άσχημα, κύριε;», κι ύστερα απομακρύνθηκε, προφανώς απογοητευμένος από το απλανες μου βλέμμα. Σ’ αυτόν τον κόσμο όπου είχα όλο και πιο έντονη την αίσθηση ότι ήμουν ένας επιζών, καρατομούσαν και τα δέντρα… Συνέχισα το βάδισμα μου προσπαθώντας να σκεφτώ άλλα πράγματα, αλλά μου ήταν δύσκολο. Δεν μπορούσα να ξεχάσω εκείνη την αφίσα κι εκείνο το δέντρο, το καταδικασμένο σε θάνατο. Αναρωτιόμουν πως να’ ταν τα πρόσωπα των δικαστών και αυτό του δημίου. Ανέκτησα την ηρεμία μου. Για παρηγοριά, φανταζόμουν τον Γκι ντε Βερ να προχωράει δίπλα μου και να μου επαναλαμβάνει με τη γλυκιά φωνή του «Μα όχι, Ρολαν, είναι ένα κακό όνειρο… δεν καρατομούνται τα δέντρα…».

***

* Στο café της χαμένης νιότης, Patrick Modiano, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. ΠΟΛΙΣ

What’s there to live for?*

Η Ιλέιν θα θυμόταν εκείνες τις τελευταίες τρεις εβδομάδες στην Μπογκοτά με τη συντροφιά του Ρικάρδο Λαβέρδε, όπως κάποιος θυμάται τα παιδικά του χρόνια: ένα νεφέλωμα από εικόνες διαστρεβλωμένες από συναισθήματα, ένα σύνολο σημαντικών ημερομηνιών χωρίς να ξεχωρίζει καμία συγκεκριμένη. Η ρουτίνα των μαθημάτων στο CEUCA -είχαν μείνει πια πολύ λίγα κι ήταν απλώς ζήτημα να φινιριστούν κάποιες γνώσεις ή, ίσως, να δικαιολογηθεί κάποια γραφειοκρατία- έσπαγε απ’ την αταξία των συναντήσεών της με τον Ρικάρδο, ο οποίος ή θα την περίμενε πίσω από έναν ευκάλυπτο όταν εκείνη επέστρεφε σπίτι, ή θα της έβαζε ένα σημείωμα στο τετράδιό της δίνοντάς της ραντεβού σε κανένα μουντό café, γωνία 17ης και 8ης. Η Ιλέιν ήταν πάντα συνεπής σ’ αυτά τα ραντεβού, και στη σχετική απομόνωση των cafés του κέντρου οι δυο τους αντάλλασσαν λίγο-πολύ λάγνες ματιές, κι ύστερα πήγαιναν σινεμά και καθόνταν στην τελευταία σειρά για να χαϊδευτούν κάτω από ένα μακρύ μαύρο πανωφόρι που κάποτε άνηκε στον παππού, τον ήρωα αεροπόρο του πολέμου με το Περού. Σε εσωτερικούς χώρους, στο στενάχωρο του Τσαπινέρο, στην επικράτεια του δον Χούλιο και της δόνιας Γκλόριας, συνέχιζαν το ψέμα ότι εκείνος ήταν ο γιος της οικογένειας που τη φιλοξενούσε, κι εκείνη, η αθώα προσωρινή μαθητευόμενη φυσικά, οι νυχτερινές επισκέψεις του γιου στη μαθητευόμενη συνεχιζόταν, καθώς και οι σιγανοί νυχτερινοί οργασμοί τους. Έτσι άρχισαν να ζουν διπλή ζωή, μια ζωή παράνομων εραστών που δεν προκαλούσαν υποψίες σε κανέναν, μια ζωή στην οποία ο Ρικάρδο Λαβέρδε ήταν ο Ντάστιν Χόφμαν στον Πρωτάρη και η δεσποινίς Φριτς ήταν η κυρία Ρόμπινσον και, ταυτόχρονα, η κόρη της, η οποία επίσης λεγόταν Ιλέιν: αυτό, κάτι πρέπει να σήμαινε και να μην ήταν απλή σύμπτωση. Εκείνες τις λίγες μέρες στη Μπογκοτά, η Ιλέιν και ο Ρικάρδο διαδήλωσαν σε όλα τα συλλαλητήρια για τον πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά πήγαιναν και ως ζευγάρι σε πάρτι της αμερικάνικης παροικίας της Μπογκοτά, κοινωνικές εκδηλώσεις που μάλλον διοργανώνονταν προκειμένου οι εθελοντές να μπορούν να μιλήσουν τη γλώσσα τους, να ρωτήσουν πως τα πήγαιναν οι Mets ή οι Vikings, ή να βγάλουν μια κιθάρα και να τργουδήσουν, όλοι μαζί μπροστά στο τζάκι, γυρνώντας ένα joint που τελείωνε σε δύο γύρες, το τραγούδι του Φρανκ Ζάπα:

What’s there to live for?
Who needs the Peace Corps?


Οι τρεις εβδομάδες τελείωσαν την 1η Νοεμβρίου, όταν, στις οκτώμιση το πρωί, μια νέα φουρνία μαθητευόμενων ορκίστηκαν πίστη στο Peace Corps, μετά από άλλες υποσχέσεις και μια δήλωση αόριστων προθέσεων, κι έλαβαν τον επίσημο ορισμό τους ως εθελοντών. Ήταν ένα κρύο και βροχερό πρωινό, κι ο Ρικάρδο φορούσε ένα δερμάτινο μπουφάν που, μόλις ήρθε σε επαφή με τη βροχή, άρχισε ν’ αναδίδει μια έντονη μυρωδιά.

*Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, Juan Gebriel Vásquez, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ

Ένα ύφος απόλυτης ξενοιασιάς*

«Τι νέα λοιπόν αδερφούλα; Ήρθες να με φροντίσεις; Να με βγάλεις από την πνευματική μου απομόνωση;… Φοβάσαι τώρα. Σκέφτεσαι ότι θα ήταν καλύτερα να είχες παρκάρει τη μηχανή στην προηγούμενη παραλία και να είχες χωθεί στο νερό. Να με είχες αφήσει στην ησυχία μου».
Το βλέμμα της Ελίσας σκλήρυνε. Από το κιόσκι ξεπήδησε πάλι η μουσική. Ήταν ένα μπολερό με πιάνο και τραγουδούσε ο Μανσανέρο, που το έκανε συντροφιά τους τελευταίους μήνες.

«Μου τη δίνει ο οίκτος για τον εαυτό μας. Τον γνωρίζω, τον μυρίζω από μακριά. Τον ξέρω απέξω κι ανακατωτά. Είμαι ειδήμονας. Ξέχασες ότι είμαι ειδική στο θέμα; Περνώ το μισό μου καιρό κάνοντας γκάφες και τον άλλο μισό νιώθω ενοχές γι’ αυτό που κάνω, λυπάμαι τον εαυτό μου και φτου κι από την αρχή. Ξέχασες πως είμαι; Νιώθω άσχημα μόνο και μόνο επειδή ήρθα».
«Καλά, εντάξει, μεταξύ μας είμαστε. Μια οικογένεια» είπε ο Έκτος και χωρίς να την κοιτάξει της έπιασε το χέρι.
«Εδώ είναι ωραία για ηλιοθεραπεία. Έφερα βιβλία. Έφερα μια φωτογραφία του αγοριού που αγαπούσα όταν ήμουν στο δημοτικό σχολείο και έχω να τον δω εικοσιπέντε χρόνια. Έφερα κασέτες με τον Ρόυ Μπράουν. Τον ξέρεις τον Ρόυ Μπράουν; Έφερα ένα εγχειρίδιο για να μάθω να παίζω φλάουτο. Γαμώτο! Ξέχασα το φλάουτο. Και δεν βιάζομαι. Έχω μια ολόκληρη εβδομάδα για ν’ αποφασίσω αν θα σου πω αυτό που ήρθα να σου πω ή δεν θα σου πω τίποτα. Πως το βλέπεις;»

Ο Έκτορ κοίταξε τη φοινικιά. Εκεί ψηλά, στα τριάντα μέτρα ύψος, πρέπει να φυσούσε λίγο αεράκι γιατί τα φοινικόφυλλα κουνιόνταν ελαφρά. Ύστερα είπε:
«Τι βιβλία έφερες; Έχω διαβάσει την Ιστορία των Σταυροφοριών του Ράνσιμαν τρεις φορές. Δεν είναι να εμπιστευτείς τον Μάγο. Ούτε ένα αστυνομικό δεν μου έστειλε. Κι εδώ δεν έχει βιβλιοπωλεία… Δηλαδή, εδώ δεν έχει ούτε εφημερίδες».
Ο Έκτορ δεν περίμενε την απάντηση και πήρε ένα ύφος απόλυτης ξενοιασιάς. Ήξερε όμως ότι μ’ αυτό δεν ξεγελούσε την Ελίσα.

*Μερικά Σύννεφα, Paco Ignacio Taibo II, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. ΑΓΡΑ

Οι περαστικοί γύριζαν το κεφάλι τους για να δουν τη Σιτροέν*

Πριν από τα Χριστούγεννα, ο πατέρας μου είχε κάνει στον εαυτό του το ωραιότερο δώρο. Μια DS19 Πρεστίζ. Το έλεγε εδώ και ένα χρόνο. Η μητέρα μου διαφωνούσε· προτιμούσε το πιο σταθερό Πεζώ 403. Το βέτο της παρακάμφθηκε. Ένα βράδυ, ο πατέρας μου ανακοίνωσε, δήθεν αδιάφορα, ότι την είχε αγοράσει.
– Έτσι είναι, είτε σ’ αρέσει είτε όχι.
Είχε κινήσει γη και ουρανό για να επισπεύσει την παράδοση και είχε καταφέρει να τη μεταθέσει τρεις μήνες νωρίτερα. Πήγαμε να παραλάβουμε το αυτοκίνητο απ’ την αντιπροσωπεία, στο μπουλβάρ Αραγκό. Κατά τη διάρκεια του τελετουργικού για την παράδοση κλειδιών, αναρωτήθηκα αν επρόκειτο όντως για αυτοκίνητο ή για κάτι άλλο. Οι ιερείς τελούν λιγότερο επιδεικτικά τα θεία μυστήρια. Υπήρχε μόνο ένα τέτοιο μοντέλο. Έμοιαζε ολοζώντανο, με το αστραφτερό μαύρο χρώμα του, που το έκανε να γυαλίζει σαν καθρέφτης, και την εμφάνιση αιλουροειδούς. Κάναμε μια βόλτα γύρω απ’ το αμάξι για να πιστέψουμε ότι ήταν δικό μας, δίχως να τολμάμε να το αγγίξουμε. Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος εξήγησε στον πατέρα μου πως λειτουργούσε. Ο πατέρας μου τον έβαλε να επαναλάβει πολλές φορές τις οδηγίες και τις επαναλάμβανε και ο ίδιος για να τις εμπεδώσει. Είχε παντού κουμπιά, ραδιόφωνο με στερεοφωνικό ήχο, αναπαυτικά καθίσματα σαν πολυθρόνες. Χρειάστηκε λίγη ώρα να το συνηθίσει. Ο πατέρας μου δυσκολευόταν να χειριστεί τον μοχλό των ταχυτήτων που ήταν τοποθετημένος στο ταμπλό, πίσω απ’ το τιμόνι. Το αμάξι προχωρούσε με τινάγματα, σαν άλογο που αφηνιάζει και δεν αφήνει να το καβαλικέψεις. Ο πατέρας μου κώλωνε κι εκνευριζόταν. Τελικά, βρήκε το κόλπο και η DS ξεκίνησε. Το ίδιο το αυτοκίνητο οδηγούσε, επιτάχυνε, φρέναρε, προσπερνούσε. Δεν χρειαζόταν να κάνεις τίποτα, παρά μονάχα να του επιτρέπεις να ζει. Διασχίσαμε τις λεωφόρους των Στρατηγών. Οι περαστικοί γύριζαν το κεφάλι τους για να δουν τη Σιτροέν. Φτάσαμε στην Πορτ ντ’ Ιταλί και πήραμε την εθνική οδό. Η DS πετούσε, ελεύθερη σαν πουλί στον ουρανό. Κανένα αυτοκίνητο δεν τολμούσε να την προσπεράσει. Το έκανε μια χαψιά, λες και ήταν κουνούπι. Ο πατέρας μου ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Έρχισε να κοροϊδεύει τον παππού Φιλίπ, μιλώντας πειρακτικά στον τόνο του Γκαμπέν, τον οποίο μιμούνταν στην εντέλεια. Λύθηκα στα γέλια και, όσο περισσότερο γελούσα, τόσο εκείνος συνέχιζε. Είχα την ευκαιρία να τον απολαύσω να μιμείται τον Πιέρ Φρεναί, τον Μισέλ Σιμόν και τον Τίνο Ρόσι. Έκλαιγα απ’ τα γέλια. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Έπαιζε ένα τραγούδι του Μπρασένς. Τραγουδήσαμε μαζί του: «Οι ερωτευμένοι, που φιλιούνταιαστα παγκάκια, στα παγκάκια, στα παγκάκια, έχουν νόστιμα μουτράκια».

*H λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, Jean – Michel Guenassia, μετ. Φωτεινή Βλαχοπούλου, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Τα χρηστά ήθη απαγορεύουν*

Η ενθουσιώδης φωνή του Κλοκλό ξεχύνεται στην οδό ντε λα Μπιενφεζάνς από την πόρτα της «Αλεξάνδρειας». Παρά την υπερβάλλουσα αισιοδοξία, ο τραγουδιστής δεν κατορθώνει να πείσει πως αυτή τη φθινοπωρινή Δευτέρα θα μπορούσαμε να την περάσουμε με την αγάπη μας κάτω απ’ τον ήλιο. Κατ’ αρχάς, στις Βρυξέλλες έχει ξημερώσει μια μέρα χλωμή. Κι έπειτα, στους δρόμους που γειτονεύουν με τις σιδηροδρομικές γραμμές, ο έρωτας έχει το ίδιο νόημα που έχει στα τραγούδια. Τα κορίτσια που θα στολίσουν σε λίγο τις βιτρίνες δεν θα έχουν την υπομονή ν’ ακούνε τρυφερά ερωτόλογα. Ούτε και κανένας πελάτης θα είναι τόσο εκκεντρικός ώστε να τους κάνει καντάδα.
Οι εργάτες που βρίσκονται στο δρόμο αυτή την πρωινή ώρα θα προτιμούσαν αναμφίβολα να περπατάνε στο δάσος ή να ξαπλώνουν δίπλα στους θάμνους, όπως στριγγλίζει τώρα ο τραγουδιστής. Κάποιοι υπάλληλοι της υπηρεσίας καθαριότητας, αρμόδιοι για την αποκατάσταση των ζημιών της νύχτας, δραστηριοποιούνται χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Μαζεύουν όσα σκουπίδια φαίνονται, σακουλάκια από τηγανιτές πατάτες, σακούλες σκουπιδιών και κάποια γυναικεία εσώρουχα. Μερικά σπασμένα μπουκάλια, ένα τούβλο και άλλα ανησυχητικά υπολείμματα κάποιου νυχτερινού καβγά μαζεύονται κι αυτά μοιρολατρικά. Υπάρχει παντως και μια συντεχνία που δουλεύει με ευσυνειδησία. Ένα ολόκληρο απόσπασμα από τζαμοκαθαριστές εργάζεται με ζήλο, έχοντας συνείδηση πως συμβάλλει άμεσα στην ποιότητα του θεάματος που προσφέρει η περιοχή. Εσωτερικά κι εξωτερικά, δεν αφήνουν το παραμικρό ίχνος, σβήνουν και το παραμικρό εμπόδιο για το βλέμμα. Τα χρηστά ήθη απαγορεύουν στα κορίτσια να επιδεικνύονται με υπερβολικά διαφανή περιβολή. Κανένας κανονισμός όμως δεν ορίζει πως οι βιτρίνες πρέπει να είναι οχυρό της αρετής. Έτσι, αυτοί οι ευσυνείδητοι εργάτες βάζουν τα δυνατά τους να γυαλίσουν τις βιτρίνες μέσα απ’ τις οποίες οι κυρίες θα προσφερθούν στα βλέμματα εντός ολίγου.
Η πατρώνα της «Αλεξάνδρειας» τρίβει το πεζοδρόμιο της με σφρίγος εφάμιλλο των τζαμοκαθαριστών. Ο Κλωντ Φρανσουά έχει μερίδιο ευθύνης για το κέφι της. (…)

*Οι Σειρήνες της Αλεξάνδρειας, François Weerts, μετ. Αριάδνη Μοσχονά, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Αν τα’παιζε ένα τσέλο, κάπως έτσι θ’ ακουγόταν*

Για να κάνει οικονομία στη βενζίνη, η Σόνια επιτάχυνε για μερικά δευτερόλεπτα, και μετά έβαζε νεκρά κι άφηνε το τζιπ να τσουλήσει. «Πολύ πετρέλαιο στο έδαφος, ποτέ αρκετό στο ντεπόζιτο» σκέφτηκε ο Άχμεντ· «θα μπορούσε να’ναι το εθνικό μας έμβλημα.» Πήγαιναν κομπιαστά, με το τζιπ να πηδάει μπροστά, και μετά να κυλάει όλο και πιο αργά, σαν να κόντευε να σταματήσει. Ο Άχμεντ ζαλιζόταν, αλλά δεν τολμούσε να της ζητήσει να οδηγεί πιο φρόνιμα. Μετά από δεκαπέντε σιωπηλά λεπτά, άνοιξε το ραδιόφωνο κι έστριψε το κουμπί σαράντα πέντε μοίρες: ένα θερμό κύμα παράσιτα πλημμύρισαν την καμπίνα.

 

«Δεν δουλεύει καμία ραδιοφωνική κεραία στη χώρα» είπε η Σόνια, χωρίς να τον κοιτάξει. «Μόνο παράσιτα.»
«Το ξέρω. Αλλά αυτά του 102,3 είναι καλύτερα. Όχι πολύ τσιτσιριστά. Γεμάτα και χορταστικά. Αν τα’παιζε ένα τσέλο, κάπως έτσι θ’ ακουγόταν.»
Η Σόνια κούνησε το κεφάλι της κι έστριψε το κουμπί προς τα πίσω. «Προτιμώ αυτά του 93,9» είπε. Ακόμα δεν τον είχε κοιτάξει.
«Είναι πολύ τσιριχτά και μονότονα. Δεν υπάρχει ποικιλία. Είναι παράσιτα παράσιτα.»
«Γι’ αυτό ακριβώς μ’ αρέσουν» είπε η Σόνια. «Ακούγονται όπως θα ‘πρεπε ν’ ακούγονται.»
Ο Άχμεντ έστριψε το κουμπί ως το τέρμα. «106,7» είπε. «Άκου!» Ψήγματα ξένων μεταδόσεων ήρθαν κι έδεσαν τον λευκό θόρυβο. Συλλαβές ανέβαιναν στην επιφάνεια σαν λαμπερές φυσαλλίδες από ισχυρή δίνη. Φωνές στην καταιγίδα. Η Σόνια ξαναγύρισε στους 93,9 κι έμειναν ν’ ακούν τα παράσιτα που ακούγονταν σαν παράσιτα. Ομίχλη κατέβαινε στα χωράφια. Ένα λεωφορείο ήταν ακίνητο σ’ ένα λιβάδι. Ξεβαμμένη πινακίδα έδειχνε ενα χαλικόδρομο για τα σκουριασμένα ερείπια μιας βιομηχανίας τρακτέρ. Κοιμισμένα φουγάρα. Πουθενά δεν ήταν λιγότερο πιθανό να βρεθεί μια φωτιά απ’ ό,τι στο καμίνι ενός εργοστασίου.
«Ανησυχείς για νάρκες;» τη ρώτησε.
«Όχι πολύ. Υπάρχει μια ατσάλινη πλάκα κάτω απ’ το κάθισμα του οδηγού.»
«Μήπως κατά τύχη καλύπτει και το κάθισμα του συνοδηγού;»

* Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων, Anthony Mara. Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ

Όπου ο υποδιοικητής Μάρκος συναντά τον ντετέκτιβ Μπελασκοαράν και τον Γκούσταβ Μάλερ*

Αναδημοσιεύουμε από το Kaboom και τη στήλη «Ο γύρος της μέρας σε 80 κόσμους«, μιας και είναι λες και γράφτηκε για το Bar des 13 Coins. 

***

Γράφει ο Anastasius

Νομίζω ότι το καλοκαίρι είναι η κατ’ εξοχήν εποχή των αστυνομικών βιβλίων. Πολλοί αναγνώστες επιτρέπουν στον εαυτό τους αυτή την «ένοχη απόλαυση» αποκλειστικά αυτή την περίοδο του χρόνου.
Στον απόηχο της αινιγματικής ανακοίνωσης του εξεγερμένου υποδιοικητή Μάρκος σχετικά με την απόσυρση του απ’το προσκήνιο του ζαπατιστικού αγώνα, θυμήθηκα το αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει γράψει με τέσσερα χέρια, μαζί με τον Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ: «Ανήσυχοι Νεκροί (κι ό,τι λείπει, λείπει)»

 Στο συναρπαστικό αυτό μυθιστόρημα παρακολουθούμε τις περιπέτειες του θρυλικού ήρωα του Τάιμπο, του ντετέκτιβ Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν να λύσει μαζί με την Επιτροπή Αλήθειας των Ζαπατίστας μία υπόθεση φόνων και εξαφανίσεων που πάει τόσο πίσω, ώστε να διατρέχει όλη τη σύγχρονη πολιτική ιστορία του Μεξικό. Μία ιστορία μυθιστορηματική όσο και αληθινή, αφού είναι γεμάτη από αντανακλάσεις της πραγματικότητας.

Ξεδιάλεξα το παρακάτω απόσπασμα, γιατί όπως η σκηνή στο τζαζ κλαμπ, στο On the road του Keruack, συναισθητικά, αναβλύζει ήχους και δημιουργεί ένα μουσικό υπερκείμενο.

O Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα φάντασμα.

Μια γυναίκα που είχε εξαφανιστεί. Ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο στη ζωή του. Όχι να ερωτεύεται γυναίκες-φαντάσματα, αλλά να εξαφανίζεται η γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος, με την οποία είχε περάσει μεγάλες περιόδους έρωτα και απογοήτευσης τα τελευταία χρόνια.

Η κοπέλα με την αλογοουρά, που δεν ήταν πια τόσο κοπέλα και δεν έπιανε τα μαλλιά της αλογοουρά εδώ και πολύν καιρό, αλλά χτενιζόταν με μία φράτζα μπροστά στο ένα μάτι, σε στυλ Βερόνικα Λέηκ, είχε μερικές υπέροχες άσπρες τρίχες, ήταν καθηγήτρια Φιλοσοφίας και έπινε σφηνάκια τεκίλα. Σύμφωνα με τα μυστηριώδη προγράμματά της, η γυνάικα με την αλογοουρά είχε χαθεί από προσώπου γης. Όυτε καν έκανε τον κόπο, όπως ήταν το συνήθειο, να τον αποχαιρετήσει. Απλώς εξατμίστηκε. Χάθηκε από τη δουλειά της, στο Πανεπιστήμιο είχαν διακοπές, το τηλέφωνο όχι μόνο δεν απαντούσε αλλά είχε βουβαθεί εντελώς και στην πόρτα του διαμερίσματός της στιβάζονταν φάκελοι με διαφημιστικά, λογαριασμοί ηλεκτρικού και τραπεζών, και τεύχη της La Jornada και του Proceso.

Μερικές φορές ο Έκτορ αποδεχόταν αυτές τις εξαφανίσεις σαν υποχρεωτική ανάπαυλα από μία σχέση που δεν μπορούσαν να την προσδιορίσουν σαφώς. Ήταν περιστασιακοί αλλά και τακτικοί εραστές; Ήταν ένα μη σταθερό ζευγάρι με διαστρικές δραπετεύσεις; Παντρεμένοι αλά Μαορί; Ήταν μία σύζευξη, πότε ζεύξη και πότε διάζευξη;

Αυτή τη φορά όμως δεν έπρεπε να εξαφανιστεί έτσι, γιατί χωρίς να το θέλει στεναχώρησε πολύ τον Έκτορ. Τον άφησε πικραμένο και ρημαγμένο, σαν νησί λεηλατημένο από χασάπη πειρατή. Κι ίσως λίγο πιο γέρο απ’ το κανονικό.

Μα πότε ερωτεύτηκε τρελά εκείνη τη γυναίκα, σε σημείο να θέλει να κόψει τις φλέβες του για το χατίρι της; Ήταν μία από τις ξαφνικές ανησυχίες του, ένας απολύτως εφηβικός πόνος για την απουσία που τον κυνηγούσε, οι κινηματογραφικές εικόνες του προσώπου της που έβλεπε όταν ξέπλενε το μούτρο του, όταν έτρωγε τάκος με κιμά ή όταν άκουγε Μάλερ.

Ο Μάλερ. Τι σχέση είχε η πρώην κοπέλα με αλογοουρά με εκείνον τον θαυμάσιο Εβράιο που βασανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα; Είχε γνωρίσει τον Γκούσταβ Μάλερ πολλά χρόνια ύστερα από την κοπέλα με την αλογοουρά. Εκείνη ήρθε πρώτη. Και αυτό που συνέδεε την κοπέλα με τον μουσικό δεν ήταν το adagietto της 5ης Συμφωνίας (πέρασαν μήνες ώσπου ν’ ανακαλύψει ότι το adagietto είναι ένα adagio βλαμμένο, έναadagio που δεν καταφέρνει να πάρει θάρρος, και το adagio είναι μία σύνθεση που ερμηνεύεται αργά) εκείνο που πολύς κόσμος το θυμάται λόγω της ταινίας “Θάνατος στη Βενετία”, του Τόμας Μανν, όπως το απέδωσε ο Βισκόντι.

Η προσαύξηση έρωτα που χάνεται και φεύγει, κύματα στο νερό, και δεν μπορεί κανένας, να πάρει η οργή, να τον περισώσει. Όχι, όχι, δεν ήταν αυτός ο Μάλερ, που του θύμιζε την κοπέλα με την αλογοουρά και τις ένδοξες εμφανίσεις και εξαφανίσεις της. Περιέργως ήταν μιά τρομερή μουσική, μια μεγαλειώδης, μια απέραντη μουσική, που την έιχε ανακαλύψει όταν οι τύποι της Φιλαρμονκής Ορχήστρας της Πόλης του Μεξικό τού ζήτησαν βοήθεια για να ξαναβρούν ένα φορτηγό γεμάτο μουσικά όργανα. Ένα απόγευμα, στα μισά της πρόβας, ο Έκτορ ανακάλυψε σ’ ένα άδειο θέατρο, όπου υπήρχαν μόνο οι μουσικοί και οι ήχοι τους, τον εαυτό του να κλαίει με μια μουσική που τον συγκλόνιζε και τον συντάραζε. Και γι’ αυτό είχε περάσει περισσότερο καιρό στις πρόβες παρά στις έρευνες για το φορτηγό. Ήταν η Ογδόη του Μάλερ.

Ήταν αυτός ο αυτός ο ύμνος στο μεγαλείο των ανθρώπων, που ο Μπελοασκαράν το αισθανόταν σαν κάτι δικό του, μέσα στην αθλιότητα της Πόλης του Μεξικού. Κι εκείνη η γυναίκα είχε σχέση μ’ αυτό. Κι ας μη σε ρωτήσει κανένας, Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, μοναχικές ντετέκτιβ της πιο παραστρατημένης και διεφθαρμένης πόλης του πλανήτη, το γιατί. Ας μη σε ρωτήσουν, γιατί δεν θα ξέρεις τι ν’ απαντήσεις…

Δηλαδή, με νοσταλγία γυναίκας και Μάλερ, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού που χρειαζόταν, άλλαγμα σεντονιών, όπως έκανε τις τελευταίας δεκαπέντε μέρες, κι έβαλε τον Μάλερ και την Ογδόη του στο μηχάνημα. Του έδωσε εντολή να επαναλαμβάνει τον δίσκο μέχρι τελικής πτώσεως και στο μεταξύ κάθισε να κάνει μια επανάληψη της κουβέντας του με τον Κινέζο Φουάνγκ Τσου Μαρτίνεζ, ενώ κάπνιζε ένα τσιγάρο, κι ύστερα άλλο κι άλλο, ώσπου γέμισε το δωμάτιο με καπνό.

* Ανήσυχοι Νεκροί, Κι ό,τι λείπει, λείπει: Αστυνομικό μυθιστόρημα γραμμένο με τέσσερα χέρια , Υποδιοικητής Μάρκος & Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, μετ. Βασιλική Κνήτου, Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. ΑΓΡΑ, ΚΕΔΡΟΣ