Δάφνη!*

…Έτσι λοιπόν πήγαν τα πράγματα, την είδε στο βάθος ενός λιβαδιού, μπροστά στο αγροτόσπιτο, του είχε γυρισμένη την πλάτη, απόθεσε το αστρονομικό μονοκιάλι που κρεμόταν από τον ώμο του, γιατί είχε φτάσει στο βουνό χωρίς όπλο, και σκέφτηκε πως επρόκειτο για θαύμα. Φορούσε ένα δερμάτινο παντελόνι που της έφτανε στη μέση της γάμπας, άρβυλα, και είχε ένα αυτόματο όπλο στον ώμο του οποίου η κάνη μπλεκόταν με τα ριγμένα στους ώμους μαύρα μαλλιά της. Άρχισε να τρέμει. Από την έκπληξη, τη συγκίνηση, κάτι που δεν μπορώ να σου περιγράψω, σαν μια φλόγα που είχε εκραγεί στο στήθος του, με τους κροτάφους του να χτυπούν. Φώναξε, Δάφνη! Εκείνη δεν γύρισε το κεφάλι της. Μιλούσε με κάποιον, έναν στρατιώτη με τη στολή, του φάνηκε του οίκου της Σαβοΐας. Ξαναφώναξε, Δάφνη!, και άρχισε να τρέχει. Εκείνη, ακούγοντας τα βήματα, γύρισε, ήδη με το χέρι στο κοντάκι του όπλου της, σε επιφυλακή. Τον κοίταξε με ορθάνοιχτα από την έκπληξη μάτια, αλλά ήταν μάτια βαθυγάλαζα, με μια έκφραση λίγο αστεία, ίσως λόγω ενός ελαφρού στραβισμού. Το όνομά μου είναι Μαίριλυν, είπε, τι θέλεις; Δεν μπορούσε να είναι πάνω από είκοσι χρονών, και μιλούσε με τη φωνή του ανθρώπου που έχει συνηθίσει να διοικεί. Είμαι καινούργιος, τραύλισε εκείνος, έρχομαι από την Ελλάδα. Κρατάω τις επαφές με τους συμμάχους, είπε εκείνη, είμαι Αμερικανίδα, μπορείς να με αποκαλείς λοχαγό, λοχαγό Μαίρη. Θα σου πήγαινε καλύτερα Ροζαμούντα, είπε εκείνος. Μην παριστάνεις τον έξυπνο, είπε εκείνη, ποια είναι η Ροζαμούντα; Είναι ένα έργο του Σούμπερτ, απάντησε εκείνος.

*Ο Τριστάνο Πεθαίνει. Μια Ζωή, Antonio Tabucchi, μετ. Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδόσεις ΑΓΡΑ

Εκείνη*

Η Φλόρενς εξασκούταν πέντε ώρες τη μέρα και πήγαινε σε κονσέρτα με τις φιλενάδες της. Πάνω απ’ όλα προτιμούσε τα ρεσιτάλ δωματίου στο Γουίγκμορ Χολ, ειδικά τα κουαρτέτα εγχόρδων, ενώ μερικές φορές παρακολουθούσε ακόμη και πέντε μέσα σε μία εβδομάδα, την ώρα του μεσημεριανού φαγητού και τα βράδια. Λάτρευε τη σκοτεινή σοβαρότητα αυτού του μέρους, τους ξέθωρους ξεφλουδισμένους τοίχους στα παρασκήνια, το γυαλιστερό ξύλο και το βαθυκόκκινο χαλί της εισόδου, την πλατεία που έμοιαζε με χρυσοποίκιλτη στοά, τον διάσημο θόλο πάνω από τη σκηνή που απεικόνιζε, έτσι της είχαν πει, τη δίψα της ανθρωπότητας για την εξαίσια ιδέα της μουσικής, με το Πνεύμα της Αρμονίας να αναπαρίσταται ως μια σφαίρα αιώνιας φωτιάς. Έτρεφε σεβασμό για τους υπερήλικες τύπους, που έκαναν ώρα για να βγουν από το ταξί, οι τελευταίοι των βικτωριανών, τρεκλίζοντας ως τις θέσεις τους με το μπαστούνι τους, για να παρακολουθήσουν τη συναυλία μέσα σε μια γεμάτη εγρήγορση κριτική σιωπή, μερικές φορές με μια καρό κουβερτούλα που είχαν φέρει μαζί τους ριγμένη στα πόδια τους.  Αυτά τα απολιθώματα, με τα γεμάτα ρόζους συρρικνωμένα κρανία τους στραμμένα με ταπεινοφροσύνη προς τη σκηνή, αντιπροσώπευαν για τη Φλόρενς στιλβωμένη εμπειρία και σοφή κρίση, ή υποδήλωναν μια μουσική επιδεξιότητα που τα αρθριτικά τους δάχτυλα δεν μπορούσαν πλέον να υπηρετήσουν. Υπήρχε ακόμα και η απλή συγκίνηση της γνώσης ότι τόσο πολλοί διάσημοι μουσικοί του κόσμου είχαν δώσει εδώ παράσταση, κι ότι σπουδαίες καριέρες είχαν ξεκινήσει σ’ αυτήν εδώ τη σκηνή. Εδώ άκουσε η Φλόρενς τη δεκαεξάχρονη τσελίστα Ζακλίν ντι Πρε να κάνει το ντεμπούτο της. Οι προτιμήσεις της ίδιας της Φλόρενς δεν ήταν ασυνήθιστες, αλλά ήταν έντονες. Είχε εμμονή με το Έργο 18 του Μπετόβεν για αρκετό καιρό, έπειτα με τα τελευταία μεγάλα κουαρτέτα του. Ο Σούμαν, ο Μπραμς, και μετά, την τελευταία χρονιά, τα κουαρτέτα του Φρανκ Μπριτζ, του Μπάρτοκ και του Μπρίτεν. Άκουσε όλους αυτούς τους συνθέτες μέσα σε διάστημα τριών χρόνων στο Γουίγκμορ Χολ.

*Στην Ακτή, Ίαν Μακ Γιούαν, εκδ. ΠΑΤΑΚΗ

 

Τα φαινόμενα απατούν*

Το ραδιόφωνο στο ταξί έπαιζε κλασσική μουσική στα FM: ένα κομμάτι του Γιάνατσεκ, τη “Συμφωνιέτα”. Δεν ήταν το ιδανικό κομμάτι ν’ ακούς σε ένα ταξί παγιδευμένο στην κίνηση. Ο ταξιτζής το άκουγε μάλλον αδιάφορος. Μεσόκοπος, με το στόμα μισάνοιχτο και τα μάτια καρφωμένα στην ατελείωτη ουρά αυτοκινήτων που προπορευόταν, σαν βετεράνος γερό – ψαράς όρθιος στην πλώρη, που ερμηνεύει δυσοίωνα σημάδια στο σημείο σύγκλισης δύο παλιρροιών. Η Αομάμε, καθισμένη αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα, άκουγε τη μουσική με τα μάτια μισόκλειστα.

  Πόσα άτομα άραγε σ’ ολόκληρο τον κόσμο καταλαβαίνουν τη “Συμφωνιέτα” του Γιάνατσεκ από τα πρώτα κιόλας μέτρα; Σίγουρα κάπου ανάμεσα στο “ελάχιστοι” και στο “κανένας”. Η Αομάμε όμως, πράγμα παράξενο, συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους ελάχιστους.

  Ο  Γιάνατσεκ είχε συνθέσει τη μικρή αυτή συμφωνία το 1926. Είχε γράψει το πρώτο μέρος σε ύφος φανφάρας για μια αθλητική διοργάνωση. Η Αομάμε προσπάθησε να φανταστεί την Τσεχοσλοβακία της εποχής εκείνης. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει, η χώρα είχε απελευθερωθεί από τη μακρόχρονη κυριαρχία των Αψβούργων, στα καφενεία ο κόσμος έπινε μπίρα πίλσνερ, ωραιότατα αυθεντικά πολυβόλα έβγαιναν στην παραγωγή και η κεντρική Ευρώπη απολάμβανε μια εφήμερη ειρήνη. Ο Φραντς Κάφκα – άγνωστος μεταξύ αγνώστων – είχε εγκαταλείψει τον κόσμο ετούτο πριν από δύο χρόνια. Σε λίγο θα εμφανιζόταν ο Χίτλερ από το πουθενά και θα καταβρόχθιζε αυτή την όμορφη και μικρή χώρα. Εκείνη την εποχή όμως κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη. Τελικά ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα της Ιστορίας να είναι ακριβώς αυτό: πως “εκείνη την εποχή κανένας δε μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη”. Η Αομάμε, απορροφημένη από τη μελωδία, φανταζόταν ένα ανέμελο αεράκι να φυσάει στις πεδιάδες της Βοημίας και το μυαλό της ταξίδευε.

*1Q84 (βιβλίο Ι), Χαρούκι Μουρακάμι, εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Το απόσπασμα έστειλε στο Βar Des 13 Coins η KaloutsikiΤην ευχαριστούμε!

Μέρα παρά μέρα*

Τα εννέα ποτηράκια του καφέ ήταν ακόμα στοιχισμένα πάνω στο τραπέζι του. Ένα λαμπρό φως έμπαινε απ’ τις γρίλιες, κόβοντας σε λωρίδες το γραφείο. Έβαλε την καφετιέρα στην πρίζα, αφού πρώτα έλεγξε αν είχε νερό, και άλλαξε τον καφέ. Ύστερα πήγε στο αρχηγείο του ραδιοφωνικού σταθμού, λίγα βήματα παρακεί. Ο Φριτς ήταν στα χειριστήρια και πλάι του ο Κανάλες ο Ψηλός κοιμόταν σ’ ένα μικροσκοπικό ράντζο, με τα πόδια του να κρέμονται τριάντα εκατοστά.
«Και συνεχίζουμε το πρόγραμμά μας για το ξεκίνημα της ημέρας. Για σας, το Φεγγαρόφωτο. Μουσική για να σας νανουρίσει πρωί πρωί, εδώ στο Ράδιο Σάντα Άννα».
Ο Φριτς του έδειξε τον κοιμισμένα Κανάλες.
«Κοιτάξτε να δείτε, ο κερατάς, μου έχει προγραμματίσει μουσική για μεσημεριάτικο ύπνο. Αν δεν ξυπνήσει σε δύο λεπτά, θα του βάλω τα χορωδιακά του ρώσικου στρατού και μετά την Ηρωική του Μπετόβεν. Και οι άλλοι οι κερατάδες συνεχίζουν να μας βάζουν παράσιτα απ’ το λόφο».

«Πήρε κανείς;»
«Γι’ αυτό με τη σκοτωμένη; Μια κυρία που έχει ένα τακατζίδικο στη Λέρδο, η δόνια Λουίσα, μισό τετράγωνο απ’ την εκκλησία. Δεν ήθελε να μου πει τίποτα, παρ’ όλο που εγώ της τράβηξα ολόκληρο κατεβατό για το δικαίωμα στην πληροφορία. Να περάσετε να τη δείτε, λέει. Και τηλεφώνησαν κι άλλοι δύο απειλώντας με θάνατο τον Μπένχαμιν, είπαν ότι τώρα πια την πούτσισε για τα καλά».
«Συνηθίζεται αυτό;»
«Μέρα παρά μέρα».

*H Zωή η Ίδια, Paco Ignacio Taibo II, μετ. Κική Καψαμπέλη, εκδ. ΑΓΡΑ

Αλήθεια δεν σ’ αρέσει;*

«Έμαθα ότι εσύ με σύστησες γι΄αυτή την απαίσια δουλειά, είσαι γαμημένος προδότης».
«Αλήθεια δεν σ’ αρέσει;»
«Με γοητεύει. Πέρα απ’ το ότι με πυροβόλησαν κιόλας δύο φορές, και τη μία κατουρήθηκα πάνω μου, με γοητεύει».
«Άρα λοιπόν, δεν έκανα λάθος», είπε ο άλλος συγγραφέας.
Ο Χ.Δ. χαιρέτησε φέροντας δύο δάχτυλα στο γείσο του κασκέτου του κι έκανε στην άκρη. έστρεψε το βλέμμα του στις ταράτσες των κτιρίων, ψάχνοντας ανύπαρκτους ελεύθερους σκοπευτές. Αυτός βρισκόταν εκεί στο ρόλο του αρχηγού της αστυνομίας, όχι του αφηγητή. Έβλεπε άλλα πράγματα. Την παρατήρηση μπορούσε να την αφήσει γι’ άλλη φορά. Δεν ήταν ώρα τώρα να κοιτάξει τις γυναίκες με τις κόκκινες και τις πράσινες ποδιές, που οπλισμένες με πλακάτ και ματσάκια λουλούδια σήκωναν τη γροθιά τους ως τα μισά, θαρρείς και τους απέμενε κάποιο υπόλειμμα συστολής. Μπορούσε να προσπεράσει το τεταμένο πρόσωπο με τις πεταμένες φλέβες του Μπενχαμίν Κορρέα, που ταξίδευε στον αέρα, κρατημένος τρία εκατοστά πάνω απ’ το έδαφος από τον θαυμασμό καμιάς εκατοστής γυμνασιόπαιδων, ντυμένων στα πράσινα, που τον περιστοίχιζαν. Δεν ήταν μια διαδήλωση με τάξη. Ανθρακωρύχοι και αγρότες, στελέχη της ΛΑ.Ο., δάσκαλοι του δημοτικού, γυναίκες από τις συνοικιακές επιτροπές, μέλη του αναγεννημένου συνδικάτου για τις πόρνες (δυό τους αγκαζέ με τον Κανάλες, τον Ψηλό), ταξιτζήδες και μικρέμποροι, μαθητές του γυμνασίου, αγρότες και πάλι αγρότες, εργάτες στα εργοστάσια αναψυκτικών και στα γυψοποιεία, βάδιζαν ανακατεμένοι, πολλοί με τα προσωπικά τους πλακάτ, όπου αφθονούσε το πνεύμα μάλλον παρά η ορθογραφία.
Μπαίνοντας στην πλατεία, είδε τον Μερενσιάνο με το τουφέκι του στο παράθυρο του δημοτικού μεγάρου, πάνω απ’ την εξέδρα. Όταν οι μπροστινοί άρχισαν να κάνουν τον γύρο της πλατείας, απ’ όλα τα μεγάφωνα βγήκαν οι πρώτες συγχορδίες της Πέμπτης του Μπετόβεν. Ο Κανάλες έκλεισε το μάτι στον αρχηγό της αστυνομίας.
Και έτσι, με Μπετόβεν, σαράντα χιλιάδες πολίτες της Σάντα Άννα μπήκαν στην κεντρική πλατεία της πόλης τους την 20η Απριλίου.

*H Zωή η Ίδια, Paco Ignacio Taibo II, μετ. Κική Καψαμπέλη, εκδ. ΑΓΡΑ

Psychopolis*

More to confirm my state of mind than change it,  I returned to the bedroom and grimly picked up my flute. The piece I intended to play, dog-eared and stained, was already on the music stand, Bach’s Sonata No. 1 in B minor. The lovely opening Andante, a series of lilting apreggios, requires a flawless breathing technique to make sense of the phrasing, yet from the beginning I am snatching furtively at breaths like a supermarket shop-lifter, and the coherence of the piece becomes purely imaginary, remembered from gramophone recordings and superimposed over the present. At bar fifteen, four and a half bars into the Presto, I fumble over the octave leaps but I press on, a dogged, failing athlete, to finish the first movement short of breath and unable to hold the last notes in full length. Because I catch most of the right notes in the right order, I regard the Allegro as my showpiece. I play it with expressionless aggression. The Adagio, a sweet thoughtful melody, illustrates to me every time I play it how out of tune my notes are, some sharp, some flat, none sweet, and the semi-demi quavers are always mis-timed. And so to the two Minuets at the end which I play with dry, rigid persistence, like a mechanical organ turned by a monkey. This was my performance of Bach’s Sonata unaltered now in its details for as long as I could remember.

I sat down on the edge of the bed and almost immediately stood up again. I went to the balcony to look once more at the foreign city. Out on one of the lawns a small girl picked up a smaller girl and staggered a few steps with her. More futility. I went inside and looked at the alarm clock in the bedroom. Eleven forty. Do something, quick! I stood by the clock listening to its tick. I went from room to room without really intending to, sometimes surprised to find that I was back in the kitchen again fiddling with the cracked plastic handle of the wall can-opener.  I went into the living room and spent twenty minutes  drumming with my fingers on the back of a book. Towards the middle of the afternoon I dialled the time and set the clock exactly. I sat on the lavatory a long time and decided then not to move till I had planned what to do next. I remained there over two hours, staring at my knees till they lost their meaning as limbs. I thought of cutting my fingernails, that would be a start. But I had no scissors! I commenced to prowl from room to room once more, and then, towards the middle of the evening, I fell asleep in an armchair, exhausted with myself.

*απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής «In Between The Sheets» του Ian McEwan, εκδ. Vintage

Με σιδερένιο σκήπτρο*

«Δεν ξέρω τι θα κάνεις, το νου σου μην ξυπνήσεις τη γάτα».
«Άσε με να χαρείς»
«Δεν κατάλαβες. Σήμερα έπαιξα Μπαχ στη γάτα. Δοκίμαζα μια σονάτα για βιολί δίχως ακκομπανιαμέντο, δεν καταλαβαίνεις; Δικαιούται κι αυτή την ησυχία της, αν το δεις απ’ τη δική της πλευρά. Δεν παρασταίνω δηλαδή πως εγώ μπορώ να το δω απ’ τη δική της άποψη. Παρότι εγώ με τη γάτα έχω ένα δέσιμο που ούτε φαντάζεσαι. Έχουμε πολλά κοινά».
«Βρε τι πάθαμε», είπε ο Πητ.
Ο Λεν γύρισε το κλειδί στην πόρτα. Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η γάτα ξαπλωμένη στην πολυθρόνα. Σήκωσε το κεφάλι της.
«Ξύπνια είναι».
«Τώρα αποκλείεται να ξανακοιμηθεί», είπε ο Πητ και κάθησε. «Μπορεί εσένα να σε ημερεύει ο Μπαχ, τη γάτα όμως την αγριεύει».
«Δεν καταλαβαίνω γιατί», είπε ο Λεν.
Έσπρωξε τη γάτα απ’ την καρέκλα. Μ’ ένα βελουδένιο γδούπο βρέθηκε στο πάτωμα, με καρφωμένη τη ματιά στο Πητ, η ουρά της να πηγαίνει μια από δω, μια από κει.
«Εσύ μπορεί να μην κατανοείς τη στάση της, αλλά νομίζω, εκείνη καταλαβαίνει άριστα τη δική μου».
«Εννοείς, τη δική σου στάση ως προς τη γάτα;»
«Ακριβώς».
«Η στάση η δικιά μου;» είπε ο Πητ. «Την έχω χεσμένη -ιδού η στάση μου. Δεν ασχολούμαι σχεδόν, την περιφρονώ, τη στολίζω με ό,τι θα ‘ταν αταίριαστο για τον ευεργέτη της, εμένα».
«Κρίμα. Πολύ λυπηρό, κρίμα».
«Κοίτα να σου πω! Κάθε έξυπνος άνθρωπος θα ‘ταν φιλύποπτος απέναντι σε μια γάτα με ροπή στα μαθηματικά και στη μουσική και που, με βάση αυτά τα δήθεν προσόντα, στέφει τον εαυτό της βασιλέα της παρέας».
«Είπες φιλύποπτος ή καχύποπτος;»
«Φιλύποπτος είπα».
«Νόμιζα πως είπες καχύποπτος».
Η γάτα καθισμένη στο χαλί έγλειφε τις πατούσες της.
«Η γάτα δεν είναι πλέον το ζώο που ξέραμε», είπε ο Πητ. «Κοίταξέ την. Σαν νότα σε πεντάγραμμο. Δέκατο έκτο».
«Ε, μην τα φορτώνουμε όλα στον Μπαχ».
«Γιατί όχι; Αυτή κυβερνάει εδώ μέσα. Με σιδερένιο σκήπτρο».

*Οι Νάνοι, Χάρολντ Πίντερ, εκδ. Καστανιώτη