Δεν είναι σίγουρο ότι αλλού θα είναι λιγότερο άσχημα*

Βρήκα μια θέση σ’ ένα τραπέζι, όπου κάθονταν μια παρέα νεαροί που τους γνώριζα λιγάκι. Θαμώνες του μπαρ. Ο Ματιέ, η Βερονίκ, η Καρίν, ο Σεντρίκ. Τους κέρασα μόλις κάθησα και τα κεράσματα διαδέχονταν το ένα τ’ άλλο. Τώρα ο Σόνυ Ρόλλινς έπαιζε το Without a Song. Με τον Τζιμ Χολ στην κιθάρα. Ο πιο όμορφος δίσκος του, The Bridge.

Ένιωσα τρομερά ωραία που βρισκόμουν εκεί, σ’ έναν φυσιολογικό κόσμο. Με νέους που αισθάνονταν καλά μες το πετσί τους. Ακούγοντας τ’ ανοιχτόκαρδα γέλια τους. Συζητήσεις που έπλεαν, ανέμελες, μες τους ατμούς του αλκοόλ.
«Γαμώτο, δεν πρέπει να χάνεις το στόχο», ούρλιαζε ο Ματιέ. «Γιατί να θες να γαμήσεις τους Παριζιάνους; Το Κράτος πρέπει να γαμήσουμε! Οι Παριζιάνοι τι είναι δηλαδή; Την έχουν χειρότερα απ’ όλους. Γιατί ζουν πλάι στο Κράτος. Εμείς είμαστε μακριά, γι’ αυτό είμαστε καλύτερα, δεν γίνεται αλλιώς.»

Η άλλη Μασσαλία. Μια τόση δα δόση αναρχισμού στη μνήμη της. Εδώ, στη διάρκεια της Κομμούνας το 1871, η μαύρη σημαία των αναρχικών είχε κυματίσει για σαράντα οκτώ ώρες στη νομαρχία. Σε πέντε λεπτά, έτσι ξαφνικά, θα μιλάνε για τον Μπομπ Μάρλεϋ. Για τους Τζαμαϊκανούς. Θα βαλθούν ν’ αποδείξουν ο ένας στον άλλο πως αν έχεις δυο κουλτούρες, καταλαβαίνεις καλύτερα τους άλλους. Τον κόσμο. Μπορούσαν να περάσουν όλη τη νύχτα κουβεντιάζοντας γι’ αυτό.

Σηκώθηκα κι άνοιξα δρόμο μέχρι το μπαρ για να πάρω τηλέφωνο. Το σήκωσε με το πρώτο κουδούνισμα, λες και στεκόταν δίπλα στη συσκευή περιμένοντας να χτυπήσει.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Στο Μπράιτον θα δροσιστούμε, τα ψάρια θα μας φοβηθούνε*

Διέσχισαν μαζί το διάδρομο προχωρώντας προς το δωμάτιο του άγγλου ασθενούς, με τον Καραβάτζιο να κρατάει το γραμμόφωνο παραμάσχαλα, ενώ είχε το χέρι του πάνω από το βραχίονα και τη βελόνα του.
«Πριν αρχίσεις να μας λες τις ιστορίες σου», είπε στη στατική φιγούρα. «θα σε βάλω ν’ ακούσεις το My Romance«.
«Γραμμένο το 1935 απ’ τον Λόρεντς Χαρτ, αν δεν κάνω λάθος», μουρμούρισε ο Άγγλος.

Ο Κιπ καθόταν στο παράθυρο και η Χάνα είπε ότι θα ήθελε να χορέψει μαζί του.
«Όχι πριν σε μάθω, σκουληκάκι μου».
Σήκωσε το κεφάλι της κι έριξε μια παράξενη ματιά στον Καραβάτζιο. Έτσι τη φώναζε ο πατέρας της. Την τράβηξε στην αγκαλιά του, την είπε πάλι «σκουλικάκι» κι άρχισε το μάθημα χορού.

Η Χάνα είχε φορέσει ένα καθαρό αλλά ασιδέρωτο φουστάνι. Κάθε φορά που έκαναν μια στροφή, έβλεπε το σκαπανέα να τραγουδάει μόνος του τα λόγια. Αν είχαν ηλεκτρικό, θα μπορούσαν να ακούνε ραδιόφωνο, τις ειδήσεις για τον πόλεμο. Το μόνο που είχαν ήταν ο κρυσταλλικός δέκτης του Κιπ, τον οποίο είχε αφήσει όμως από ευγένεια στο αντίσκηνό του. Ο άγγλος ασθενής μιλούσε για τη δυστυχισμένη ζωή του Λόρεντς Χαρτ. Ορισμένοι από τους καλύτερους στίχους του για το Μανχάταν, είπε, είχαν αλλαχτεί, και τώρα άρχισε να απαγγέλει:

«Στο Μπράιτον θα δροσιστούμε.
Τα ψάρια θα μας φοβηθούνε.
Μόλις μες στο νερό μας δούνε.
Το μαγιό σου θα είναι τόσο μικρό
Που όλο και κάποιος αστακός χαμόγελο θα σκάσει
Ψηλά από την κορυφή μέχρι χαμηλά στη βάση.»

«Θαυμάσιοι στίχοι, και πολύ ερωτικοί, αλλά κάτι μου λέει ότι ο Ρίτσαρντ Ρότζερς θα τους ήθελε κάπως αξιοπρεπέστερους».

«Πρέπει όπως βλέπεις να μαντεύεις τις κινήσεις που θα κάνω».
«Γιατί δεν μαντεύεις εσύ τις δικές μου;»
«Θα γίνει κι αυτό όταν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Προς το παρόν, μόνο εγώ ξέρω».
«Βάζω στοίχημα ότι ξέρει κι ο Κιπ».
«Μπορεί να ξέρει αλλά δεν τις κάνει».
«Λέω να πιω λίγο κρασί», είπε ο άγγλος ασθενής, και ο σκαπανέας πήρε ένα ποτήρι με νερό, το άδειασε έξω από το παράθυρο κι έβαλε κρασί μέσα για τον ‘Αγγλο.
«Το πρώτο μου ποτό ύστερα από ένα χρόνο».

Ακούστηκε ένας πνιχτός θόρυβος και ο σκαπανέας γύρισε γρήγορα το κεφάλι του και κοίταξε το σκοτάδι έξω από το παράθυρο. Οι άλλοι πάγωσαν. Θα μπορούσε να ήταν νάρκη. Εκείνος γύρισε και τους είπε:
«Εντάξει, δεν ήταν νάρκη. Ο θόρυβος θα πρέπει να ήρθε από καθαρισμένη περιοχή».

«Βάλε τον δίσκο από την άλλη, Κιπ. Τώρα θ’ ακούσεις το How Long Has This Been Going On, γραμμένο από τον…»
Άφησε να πει το όνομα ο άγγλος ασθενής, που κουνούσε αμήχανα το κεφάλι χαμογελώντας με μια γουλιά κρασί στο στόμα του.
«Σίγουρα, το οινόπνευμα αυτό θα με σκοτώσει».
«Εσένα, φίλε μου, τίποτα δεν μπορεί να σε σκοτώσει. Είσαι καθαρός άνθρακας».
«Καραβάτζιο!»
«Τζωρτζ και Άιρα Γκέρσουιν. Άκου».

Με τη Χάνα στην αγκαλιά του, γλιστρούσε πάνω στη θλίψη του σαξοφώνου. Είχε δίκιο. Η μελωδία ήταν τόσο αργή, τόσο τραβηγμένη, που μπορούσε και η ίδια να καταλάβει ότι ο συνθέτης της δεν ήθελε να βγει από το μικρό σαλόνι της εισαγωγής και να περάσει στο τραγούδι, θα προτιμούσε να μείνει εκεί, στο σημείο που δεν είχε αρχίσει ακόμα η ιστορία, σαν να είχε ερωτευτεί την καμαριέρα προτού γνωρίσει την κυρία του σπιτιού. Ο Άγγλος μουρμούρησε ότι κάτι τέτοιες εισαγωγές σε τραγούδια ονομάζονταν «φορτία».

* Ο Άγγλος Ασθενής, Michael Ondaatje, εκδ. Καστανιώτη

Μπρίστολ, 25 Απριλίου*

Και τώρα, στην αγέλαστη πόλη του Μπρίστολ, συνοδευόμενος από υπαλλήλους της Αυτής Μεγαλειότητος με γκρίζα κοστούμια, είστε και πάλι δύο.
Δύο, επειδή είσαι ο «κύριος Γκραντ», αυτός που είναι αναγκασμένος να κρύβεται για να μην τον αναγνωρίσει κανείς, αλλά και ο Άρτσιμπαλντ Αλεξάντερ Λιτς, αυτός που παραδόξως δεν χρειάζεται να κρύβεται, είναι ελεύθερος ν’ αναπνέει, αυτός που σου τραγουδάει σιωπηλά τους στίχους του Anything Goes :

Ο κόσμος έχει τρελαθεί σήμερα
Και το καλό είναι κακό σήμερα
Το μαύρο είναι άσπρο σήμερα
Και η μέρα είναι νύχτα σήμερα…

Είσαι αυτός που βαδίζει στην πόλη που γεννήθηκε κι ετοιμάζεται να δει την Έλσι για μια ακόμη φορά.
Τη μάνα σου.
Την Έλση, που ακόμη σε φωνάζει «Άρτσι».
Την Έλσι που μιλούσε στον εαυτό της, έπλενε διαρκώς τα χέρια της, έγδερνε το φλοιό της επιδερμίδας της με σκληρότριχη βούρτσα και ρωτούσε όλους και τον καθένα ξεχωριστά που βρίσκονται του χορού τα παπούτσια της.
Την Έλσι, που ο πατέρας σου Ελάιας την έβαλε χωρίς να το γνωρίζεις σε ψυχιατρική κλινική. Στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας, στο ερειπωμένο προάστιο του Φίσποντς, τερματικός σταθμός ενός τραμ από το Μπρίστολ.
Ήσουν εννιά χρονών. «Πήγε στη θάλασσα, στο Ουεστονσάπερ-Μάρε, για λίγες διακοπές».
Πότε κατάλαβες ότι δεν θα ερχόταν πίσω; Πότε ακριβώς συμπέρανες ότι οι γονείς σου σε είχαν αφήσει, ότι η μητέρα σου σ’ είχε εγκαταλείψει; …Άρτσι;
Έλσι, μόνο μια λίρα το χρόνο για να μένει σε μια χωματερή, ανύπαρκτη υγιεινή, επιθετικές νοσοκόμες.
Έλσι, είκοσι λίρες συνολικά, μέχρι το θάνατο του συζύγου της και το γράμμα που έστειλε ο άγγλος δικηγόρος.
Έλσι, ζωντανή. Πενήντα εφτά χρονών.
Δεκέμβριος 1935.
Ημικρανίες, εφιάλτες, το φάντασμα του πατέρα σου προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, αδέξια. Μπάσταρδος. Βρωμερή αναπνοή, σκουλίκια στο λαιμό του άντρα που πέθανε από κίρρωση του ήπατος. «Δεν μπορείς να ζητάς από τους άλλους να είναι ειλικρινείς, Άρτσι. Ούτε κι εσύ είσαι ειλικρινής.»
Ξεγλιστράς από τους δημοσιογράφους. Λίγους μήνες πριν, στην κηδεία του πατέρα σου, έπεσες στη μέγγενη των ρεπόρτερ. Μετά η συνάντηση:
«Μητέρα. Εδώ είμαι.»
Σε θυμάται με κοντά παντελονάκια, Άρτσι.
Δεν σε γνωρίζει, Κάρι. Δεν ξέρει ότι είσαι διάσημος ηθοποιός. Περίληψη δύο ξέφρενων δεκαετιών σε μια θαμμένη ζωντανή.
«Αρτσι, παιδί μου… Εσύ είσαι; Σου έλειψε η μαμά;»
Επίδομα εφ’ όρου ζωής. Οικονομική διαχείριση από την εταιρία Ντέιβιντ, Κίρμπι και Κάραθ στο Λονδίνο. Ένα σπίτι όλο δικό της, όπου μπορείς να την επισκέπτεσαι. Χωρίς υπηρέτες, όμως:
«Τα καταφέρνω καλά μόνη μου, αγαπητέ μου, δεν θέλω να με ζαλίζουν άνθρωποι τριγύρω, να μου λένε τι να κάνω, κι εξάλλου με κρατάει ζωντανή να είμαι απασχολημένη, μωρό μου.»
Νάτη λοιπόν, 1954, στο Μπρίστολ, στις πιο παράξενες μέρες της ζωής σου ανοίγεις την πόρτα και βλέπεις τη μικροκαμωμένη γριά γυναίκα να κάθεται στο βάθος του διαδρόμου. Θα σε αναγνωρίσει μ’ ένα εκατοστό γένια, τυλιγμένο στο γκρίζο μοντγκόμερι παλτό; Βγάσεις το καπέλο σου (ο Κάρι μισεί τα καπέλα!) και το πρόσωπο της γριάς μάνας σου φωτίζεται με έκπληξη. Σηκώνεται όρθια προσεκτικά, ανοίγει τα χέρια της και στριγγλίζει «Άρτσι! Γιε μου! Χαίρομαι τόσο που σε βλέπω!»
Ο κόσμος έχει τρελαθεί σήμερα.

* 54, Wu Ming, εκδ. Εξάρχεια

Ορισμένες ανεπανόρθωτες κινήσεις*

Ο Αμπντούλ Αζίζ είχε σηκωθεί νωρίς και είχε εγκαταλείψει το Αλντεμπαράν χωρίς καν να βρει χρόνο για πρωινό ή για να κατεβάσει στα γρήγορα ένα νεσκαφέ. Δεν είχε καμία όρεξη να συναντήσει τον Διαμαντή. Ούτε και να του μιλήσει. Ήταν όλο τσίτα και νεύρα. «Δεν υπάρχει χειρότερο ναυάγιο από τούτο της ζωής» μονολογούσε επιστρέφοντας στην καμπίνα του την προηγούμενη νύχτα.

Ξαπλωμένος στην κουκέτα του άκουγε Ντιουκ Έλινγκτον. Money Jungle, ένα από τα αγαπημένα του άλμπουμ. Ο Ντιουκ έπαιξε σε τρίο μαζί με τον Τσάρλι Μίνγκους και τον Μαξ Ρόουτς. Είχαν «δώσει» εκεί την εκπληκτικότερη διασκευή του Solitude. Σε αυτή όμως την κασέτα ήταν το African Flower που προτιμούσε.

Το έπαιξε τέσσερις φορές. Και έπειτα αποκοιμήθηκε εξαντλημένος, ενώ ακουγόταν οι πρώτες νότες από το Caravan.

Από τα χαράματα είχε πάει στην Αποστολή των ανθρώπων της θάλασσας για να τηλεφωνήσει στη Σεφέ. Εδώ και τρεις μέρες είχε προσπαθήσει πολλές φορές το βράδυ, αλλά μάταια. Νωρίς το πρωί είχε σκεφτεί πως ίσως είχε περισσότερη τύχη. Μόλις είχε μπει ο Αμπντούλ Αζίζ στα κτίρια και ο Μπερτού, ο υποδιευθυντής, βιάστηκε να τον ενημερώσει σχετικά με τα απίστευτα νέα του Κωνσταντίνου Τάκη, του πλοιοκτήτη του. Το Αλντεμπαράν δεν ήταν το μοναδικό πλοίο δεμένο μέχρι νεωτέρας στην αποβάθρα. Σήμερα τριάντα εννέα από τα πλοία του ήταν μπλοκαρισμένα σε ολόκληρο τον κόσμο. Επιπλέον, τόνισε ο Μπερτού, εκκρεμεί εις βάρος του μια ποινική δίωξη. Η ελληνική δικαιοσύνη μόλις τον είχε καταδικάσει σε τρία χρόνια φυλάκιση. Και είκοσι χιλιάδες δολάρια πρόστιμο για την παραβίαση εμπορικής νομοθεσίας.

Ο Αμπντούλ Αζίζ δεν σχολίασε τις πληροφορίες. Περιορίστηκε μόνο να κουνήσει το κεφάλι ακούγοντας τον Μπερτού. Για το μέλλον του κάργκο εκείνο το πρωί δεν του καιγόταν καρφί. Ήθελε να μιλήσει στη Σεφέ.

* Οι Βατσιμάνηδες της Μασσαλίας, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ