Το Ανικανοποίητο*

«Νιώθω τόσο κουρασμένος», είπε ο Τρης. «Τόσο τρομερά, τρομερά, τρομερά κουρασμένος».
«Δεν το βρίσκεις ενδιαφέρον;»
«Τρομερά ενδιαφέρον. Τρομερά, τρομερά, τρομερά ενδιαφέρον», είπε ο Τρης. «Πες μου όμως, αλήθεια, δεν νομίζεις ότι φτάνει το ανικανοποίητο γι’ απόψε; Δεν μπορώ να πιω ούτε σταγόνα παραπάνω».

Είχαν περάσει ένα πραγματικά μακρύ βράδυ αναζητώντας το ανικανοποίητο. Πρώτα πήγαν στο Παλαί. Το Παλαί αποδείχτηκε τρομερά ευυπόληπτο. Τσάι και αναψυκτικά. Καθόλου Νέγροι. Οι άνδρες είχαν όλοι γυαλίσει τα παπούτσια τους και τα κορίτσια στέκονταν παράμερα κρατώντας σφιχτά τις τσάντες τους, σαν να ήταν, κατά κάποιο τρόπο, η απτή αναπαράσταση της αρετής, που έδειχναν αποφασισμένες να διαφυλάξουν. Ύστερα πήγαν σε ένα ταπεινό καπηλειό, μια μεγάλη βικτωριανή αίθουσα με μπάρα στη μέση, ροκανίδι στο πάτωμα, μεγάλους καθρέφτες με ραγισμένο γυαλί, ένα μικρό τρίο (μικρό σε κορμοστασιά) που έπαιζε μουσική τεϊοποτείου («Χλωμά χέρια αγάπησα δίπλα στον Σαλιμάρ«), με επικεφαλής μια πολύ γριά κυρία με ρόζ μαλλιά.

Οι θαμώνες έδειχναν παραμορφωμένοι και άσχημοι, θλιβερά θύματα των συνεπειών της βιομηχανικής επανάστασης. Πόρνες, γερασμένες και καταβεβλημένες, ασκούσαν το επάγγελμά τους. Ο Τρης είχε εντυπωσιαστεί απ’ αυτό εδώ, αλλά όχι κι ο Τζένκινς. Είχε ξαναδεί τους περισσότερους από αυτούς. «Είναι σχεδόν όλοι κοινωνιολόγοι», δήλωσε.

‘Υστερα πήγαν σ’ ένα μπαρ για ομοφυλόφιλους, το είδος του ανδρικού μπαρ που βρίσκεται μέσα σε μεγάλα ξενοδοχεία, όπου ο μπάρμαν σου πιάνει το χέρι καθώς σου δίνει τα ρέστα και δοκιμάζει ένα ζευγάρι σκουλαρίκια ενώ περιμένει να πάρει παραγγελία. Του Τρης του άρεσε κι αυτό.

Στη συνέχεια είχαν δοκιμάσει ένα κοκτέιλ-μπαρ της υψηλής κοινωνίας, όπου κορίτσια με γούνα καθόντουσαν και έπιναν ουίσκι με τζιντζερέλα. Αυτό δεν άρεσε στον Τρης, κι έτσι έφυγαν και πήγαν σε ένα άλλο μέρος γεμάτο ηλικιωμένους που μιλούσαν για αρρώστιες. Εκεί ήπιαν μόνο μια μπύρα. Μετά απ΄αυτό, αν θυμόταν καλά ο Τρης, είχαν πάει σε μια-δυο μπυραρίες, διαφορετικές μεταξύ τους, μέχρι την ώρα που έκλειναν όλα.

*Δεν Κάνει να Τρώμε Ανθρώπους, Μάλκομ Μπράντμπερυ, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Πονηροί οι μαριάτσι*

Περίεργος άνθρωπος ο στόχος μου. Στο Πρόγραμμα του Συνεδρίου υπήρχε η φωτογραφία του, τ’ όνομά του (Βίκτορ Μουχίκα, αν υποθέσουμε πως ήταν το πραγματικό του όνομα), ένα ενδιαφέρον βιογραφικό σημείωμα που τον παρουσίαζε ως πρωτεργάτη των μη κυβερνητικών οργανώσεων, και η εθνικότητά του. Μεξικάνος ήταν ο στόχος μου. Είχε γεννηθεί στη Γουαδαλαχάρα της Πολιτείας Χαλίσκο, το 1959. Μ’ άλλα λόγια, ήταν τριαντα έξι χρονών – ωραία ηλικία για να πεθάνεις.

Στην καφετέρια του Συνεδριακού Κέντρου, τον είχα στα δυο μέτρα, ίσως και λιγότερο. Θα μου ήταν παιχνιδάκι να τον σκοτώσω εκεί, επί τόπου, αλλά δεν μπορούσα -και δεν έπρεπε- να το κάνω. Οι εντολοδότες ήθελαν, ο τελευταίος αέρας που θα εισέπνεε, να ‘ταν αμερικανικός – οποιοσδήποτε αέρας απ’ αυτούς που φυσάνε από το Ρίο Γκράντε ώς το Ακρωτήριο Χορν. Μιλούσε με μια συντροφιά από άντρες και γυναίκες, που τον κοίταζαν όλο εκτίμηση. Πηδούσε με άνεση απ’ τα αγγλικά στα γερμανικά κι απ’ τα γαλλικά στα πορτογαλικά. Μια γυναίκα του ζήτησε στα αγγλικά να τραγουδήσει. Στην αρχή, εκείνος αρνήθηκε, όχι και πολύ αποφασιστικά, κι ύστερα, προ της γενικής επιμονής, έκλεισε τα μάτια και τραγούδησε με ωραία φωνή τους στίχους ενός κορίδο.

«…ella quiso quedarse cuando vio mi tristeza, pero ya estaba escrito que aquella noche perdiera su amor…»

Τραγουδούσε ωραία ο Μεξικάνος μου (αν ήταν Μεξικάνος). Είχε τη διακριτική αυτοπεποίθηση κάποιου που δεν αντιμετωπίζει προβλήματα μοναξιάς στις απέραντες σαβάνες.

«Θαυμάσια μεγάλε. Θα σβήσεις απ’ το χάρτη έναν τύπο συμπαθέστατο» είπα μέσα μου, και γι’ άλλη μια φορά ξανάνιωσα γελοίος, γιατί λαχταρούσα να μάθω το λόγο για τον οποίο έπρεπε να τον σκοτώσω.

«…quise hallar el olvido al estilo Jalisco, pero aquel tequila y aquellos mariachis me hicieron llorar…»

Ο τύπος τελείωσε το τραγούδι, αλλά δεν άνοιξε τα μάτια, θαρρείς κι οι στίχοι του κορίδο ήταν κάτι δικό του, ενδόμυχο, αναπαλλοτρίωτο, και στην ελάχιστη σιωπή που προηγήθηκε των χειροκροτημάτων της παρέας του, ο νους μου κατακλύστηκε απ’ την εικόνα της Γαλλιδούλας μου. Εκείνη ήταν εκεί κάτω, στο Μεξικό, προφανώς διασκεδάζοντας με τους πλανταγμούς από το κλάμα που προκαλούσαν οι μαριάτσι στην Πλάσα Γαριβάλδι. Πονηροί οι μαριάτσι κι όσοι παρασέρνουν κοριτσάκια σ’ αυτά τα μέρη: ξέρουν πως, μετά από κάνα-δυο δακρύβρεχτα κορίδο, ούτε πόδια μένουν κλειστά, ούτε κιλοτάκια στη θέση τους.

*Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer, Λουίς Σεπούλβεδα, εκδ. opera

Άνχελ*

«Μερικοί λένε ότι πάντα στέκομαι
στην άσχημη πλευρά της ζωής.
Ο Θεός να με φυλάει!»
Raymond Chandler

Ο Εκτόρ παρατήρησε το μασκαρεμένο πρόσωπο ενός παλαιστή ελεύθερης πάλης, όπου κυλούσε ένα δάκρυ. Ξαφνιάστηκε. Πρώτον, οι παλαιστές δεν κλαίνε, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο αξίωμα. Δεύτερον, υπήρχε ένα τεχνικό πρόβλημα. Η μάσκα θα έπρεπε να εμποδίζει τη φυσική ροή των δακρύων. Ακόμα κι έτσι, παρά τις δύο αυτές αντιφάσεις, ο τύπος έκλαιγε σίγουρα. Τον πλησίασε, παραβιάζοντας την προηγούμενη απόφασή του να τα βλέπει όλα από μακριά. Στα μισά του δρόμου, μια παρέα παλαιστές με μάσκες, με κάπες και στολές σε γιορτινά χρώματα (πορτοκαλί, καναρινί, μαύρες ασημοστόλιστες), κουβαλούσαν στους ώμους τους ένα μεγάλο φέρετρο σε μεταλλικό γκρίζο χρώμα. Πίσω τους οι μαριάτσι άρχισαν να τραγουδούν το Son de la negra.


Πιο πίσω ακολουθούσαν οι συγγενείς, που έκλαιγαν φυσιολογικά και δικαιολογημένα. Ήταν μια πολυάριθμη λαϊκή οικογένεια, όλοι μέσα στα μαύρα, φίλοι, γείτονες, περίεργοι. Ο Έκτορ άναψε ένα τσιγάρο. Έβρεχε.

Η πομπή ανασυντάχθηκε στην είσοδο του νεκροταφείου και άρχισε την αργή της πορεία προς το τελευταίο κατάλυμα του Άνχελ. Οι μαριάτσι μόλις ολοκήρωσαν την πρώτη ομοβροντία με το Son de la negra, άρχισαν αμέσως την επανάληψη.

Ο Έκτορ θυμήθηκε ότι κάποιος του είχε πει κάποτε, όταν ήταν πιο νέος και η πόλη ήταν διαφορετική, πως δεν γίνεται να επιλέξεις τον τόπο όπου θα γεννηθείς, ούτε καν τον τόπο όπου θα πεθάνεις. Ειδικά ετούτη η πόλη δεν σ’ αφήνει να διαλέξεις τίποτα, ούτε τον τόπο ούτε τον τρόπο. Μπορείς μόνο να υποταχτείς στη δική της μοίρα. Δεν μπορείς να πεις στο ένα ναι και στο άλλο όχι. Ή όλα ή τίποτα. Την παίρνεις ή την αφήνεις. Ή τη δέχεσαι ή κρύβεσαι κάτω από το κρεβάτι σου για να μη σε δαγκώσει. Και στο μεταξύ, είναι αδύνατο να μην εκπλήσσεσαι συνέχεια, παρόλο που γνωρίζεις κάθε γωνιά, κάθε σοκάκι της. Μολονότι ξέρεις πια όλες τις τρέλες που μπορεί να φανταστεί ετούτη η πόλη, πάντα θα υπάρχει μια καινούρια μακάβρια ιδέα.

Ο θάνατος του Άνχελ δεν του άρεσε.

*Ερωτευμένα Φαντάσματα, Paco Ignacio Taibo II, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. ΑΓΡΑ

Οι άνθρωποι λένε τραγούδια*

Όταν τσακώνομαι με κάποιον, αν είναι ένας καβγάς που με κάνει να νιώθω άσχημα, το πρώτο που κάνω μόλις τελειώσει ο καβγάς, είναι να αρχίσω το τραγούδι. Κι αυτό δε φαίνεται εντελώς φυσιολογικό.

Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται κάθε φορά που τσακωνόμαστε, με το που τελειώνει ο καβγάς, αρχίζεις πάντα το τραγούδι, μου λέει κάθε τόσο η Φραντσέσκα. Ε, της λέω, δεν ξέρω.

Το πρώτο ποίημα του Χλέμπνικοφ που διάβασα στη ζωή μου είναι πολύ σύντομο, τέσσερις στίχοι. Όταν πεθαίνουν τ’ άλογα, ξεφυσάνε / όταν πεθαίνουν τα χόρτα, ξεραίνονται / όταν πεθαίνουν οι ήλιοι, σβήνουν / όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, λένε τραγούδια.

*Το ατμόπλοιο του μοντερνισμού (Λαρδί), Πάολο Νόρι, εκδ. Ελληνικά Γράμματα