Πάμε όπου πάμε. Και τέρμα.*

Αισθανόμουν όμορφα στο μπαρ του Χασάν. Μια παρέα ήταν οι τακτικοί θαμώνες του και δεν τους χώριζε τίποτα, ούτε τα χρόνια, ούτε το φύλο, ούτε η κοινωνική τους τάξη ή το χρώμα του πετσιού τους. Φίλοι ήμασταν όλοι εκεί. Αυτός που πήγαινε εκεί για το παστίς του, σίγουρα δεν ψήφιζε Εθνικό Μέτωπο, ποτέ του δεν θα το ‘κανε αυτό, μήτε μια φορά στη ζωή του, σε αντίθεση με κάποιους άλλους γνωστούς μου. Όλοι οι πελάτες αυτού του μπαρ, που ήταν Μαρσεγέζοι απλοί και σωστοί, ήξεραν πολύ καλά γιατί ζούσαν στη Μασσαλία κι όχι αλλού. Τη φιλία που ανάσαινες εκεί συνάμα με τη μυρωδιά του γλυκάνισου την ένιωθες στη ματιά που αντάλλασσες με τους άλλους. Θύμιζε το μισεμό των πεταράδων μας. Σε καθησύχαζαν όλα τούτα. Δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε αφού ήδη είχαμε χάσει τα πάντα.

Όταν μπήκα έπαιζαν ένα τραγούδι του Φερέ:

Βλέπω να μας έρχονται
τρένα γεμάτα μπράουνινγκ, μπερέτες με μαύρα λουλούδια
και ανθοπώλες να ετοιμάζουν λουτρά αίματος
για χρωμοτηλεοπτικά δελτία…

Ζήτησα να μου σερβίρουν ένα παστίς στη μπάρα. Το ανανέωσε μετά ο Χασάν, όπως πάντα. Στη συνέχεια, δεν τα ξαναμέτρησα τα παστίς. Σε μια στιγμή, όταν είχα φτάσει κάπου στα τέσσερα, ο Χασάν σκύβει και μου λέει:
– Μα για πες μου, κομμάτι αδέξια μου φαίνεται η εργατική τάξη. Εσύ τι λες, έτσι δεν είναι;
Η αλήθεια είναι πως δεν με ρώταγε, απλώς το διαπίστωνε. Το βεβαίωνε. Ο Χασάν δεν ήταν φλύαρος. Του άρεσε όμως κάθε τόσο να πετάει σ’ έναν πελάτη μια φρασούλα με νόημα. Έτσι σαν γνωμικό για να το σκέφτεσαι.
-Μα τι να σου πω τώρα, του απάντησα.
-Τίποτε. Δεν υπάρχει τίποτε να πεις. Πάμε όπου πάμε. Και τέρμα. Άντε, τελείωνε το ποτό σου.

*H Τριλογία της Μασσαλίας – Solea, Ζαν Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Είχε ανάγκη το «αλλού», όπως εγώ τη θάλασσα*

Είχα επιστρέψει σπίτι μου αργά, είχα πιει πολύ, είχα καπνίσει υπερβολικά κι είχα κακοκοιμηθεί. Η μέρα δεν μπορούσε παρά να είναι σκατένια.
Ο καιρός, ωστόσο, ήταν θαυμάσιος, όπως πουθενά αλλού δεν είναι έτσι τον Σεπτέμβρη. Πέρα απ’ το όρος Λουμπερόν και τις Αλπίγ είχε κιόλας φθινοπωριάσει. Στη Μασσαλία, μέχρι τα τέλη Οκτώβρη καμιά φορά, το φθινόπωρο κρατάει μια γεύση καλοκαιριού. Αρκούσε ένα αεράκι για να ξαναζωντανέψουν οι μυρωδιές του θυμαριού, της μέντας και του βασιλικού.
Εκείνο το πρωί, έτσι ακριβώς μύριζε. Μέντα και βασιλικός. Οι μυρωδιές της Λολ. Η μυρωδιά της στον έρωτα. Ξαφνικά ένιωσα γέρος και κουρασμένος. Θλιμμένος. Έτσι γίνομαι όπως πάντα όταν παραπίνω, καπνίζω σαν φουγάρο και κοιμάμαι άσχημα. Δεν είχα κουράγιο να βγάλω τη βάρκα. Κακό σημάδι. Δεν μου’χει ξανασυμβεί εδώ και καιρό. Ακόμη και μετά που έφυγε η Λολ, είχα εξακολουθήσει τις βαρκάδες μου.
Μου ήταν απαραίτητο κάθε μέρα, να παίρνω τις αποστάσεις μου απ’ τους ανθρώπους. Να καταφεύγω στη σιωπή. Το ψάρεμα, ήταν το πρόσχημα. Ένας φόρος τιμής που όφειλα σε τούτη την απεραντοσύνη. Πέρα, στ’ ανοιχτά, ξαναμάθαινες την ταπεινότητα. Κι επέστρεφα πάλι στη στεριά, γεμάτος καλοσύνη για τον κόσμο.
Η Λολ το ήξερε αυτό, κι άλλα πολλά που δεν της είχα πει ποτέ μου. Με περίμενε να φάμε στην ταράτσα. Κατόπιν βάζαμε μουσική και κάναμε έρωτα. Με την ίδια απόλαυση όπως και την πρώτη φορά. Με το ίδιο πάθος. Τα κορμιά μας έμοιαζαν ταμένα σ’ αυτό το γιορτάσι από γεννησιμιού τους. Την τελευταία φορά, είχαμε αρχίσει τα χάδια με το Yo no puedo vivir sin ti. Ένα δίσκο τσιγγάνων του Περπινιάν. Κάτι ξαδέλφια της Λολ. Μετά, μου ανακοίνωσε την πρόθεσή της να φύγει. Είχε ανάγκη το «αλλού», όπως εγώ τη θάλασσα.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Φτάνεις στο κενό από σιχασιά και κούραση*

Πράσινο. Πορτοκαλί. Κόκκινο. Το βουλεβάρτο Μισελέ παρέλασε χωρίς καμία στάση. Κατόπιν, τρέχοντας σαν βολίδα, η διασταύρωση της Μαζάργκ. Μετά το Ρεντόν, το Λυμινύ. Η D559. Κατεύθυνση Κασίς. Απ’ τον αυχένα της Ζινέστ. Κλασσική πορεία για τους ποδηλάτες της Μασσαλίας. Μια διαδρομή που γνώριζα απέξω. Από κει ξεκινούσαν πολλά μονοπάτια για τους ορμίσκους.

Ένας δρόμος ελικοειδής. Η D559. Στενός. Επικίνδυνος.

Long distance boogie, άρχιζαν οι ZZ TOP. Μεγάλε Μπίλυ Γκίμπονς! Μπήκα στην ανηφόρα με 110, η Σαφράν από πίσω μου. Το Σάαμπ μού φαινόταν λιγάκι μαλθακή, όμως ανταποκρινόταν καλά. Η Ζελού δεν θα την είχε οδηγήσει ποτέ της τόσο ζόρικα.

Μετά την πρώτη μεγάλη στροφή, η Σαφράν άλλαξε λωρίδα. Προσπαθούσαν να φτάσουν πλάι μου, κιόλας. Βιάζονταν. Είδα τη μάσκα του αυτοκινήτου να βρίσκεται στο ύψος του πίσω τζαμιού μου. Το χέρι του Ναρνί πρόβαλε. Κρατούσε ένα σιδερικό. Έβαλα τετάρτη. Δεν ήμουν μακριά από τα 100 και πήρα τη δεύτερη στροφή με πολύ μεγάλη δυσκολία. Το ίδιο κι αυτοί.

Ξανακέρδισα έδαφος.
Τώρα που ήμασταν εκεί, αμφέβαλλα για τις πιθανότητές μου. Ο Μπαλντούτσι φαινόταν άσος στο τιμόνι. Δεν έχεις και πολλές ελπίδες να γευτείς την πουτάργκ της Ονορίν, σκέφτηκα. Διάολε! Πεινούσα. Τι μαλάκας! Έπρεπε να ΄χες φάει πριν. Προτού αρχίσουν τα ντράβαλα. Αλλά έτσι ήσουν εσύ. Ορμούσες, πριν καν προλάβεις ν’ ανασάνεις. Ο Ναρνί θα σε περίμενε. Ή θα ΄χε έρθει να σε βρει.

Σίγουρα θα ‘χε έρθει.
Μια καλή μακαρονάδα αλά ματριτσιάνα δεν θα σου ‘πεφτε άσχημα. Κάνα κόκκινο κρασάκι. Ένα κόκκινο Tempier. Από το Μπαντόλ. Μπορεί να ‘χε από δαύτο στον άλλο κόσμο. Μα τι μαλακίες τσαμπουνάς; Μετά, δεν υπάρχει τίποτα.
Ναι, μετά δεν υπάρχει τίποτα. Σκοτάδι. Αυτό είναι όλο. Κι ούτε που το ξέρεις καν ότι είναι σκοτάδι. Αφού έχεις πεθάνει.

*Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ.

«Τραβάμε κουπί, δεν είμαστε βλάκες.»*

Δεν είχαμε κανένα λόγο να μείνουμε περισσότερο στην πλατεία της Όπερας. Η αστυνομία είχε κυκλώσει τη γειτονιά. Σε λίγο θα γέμιζε από κάθε λογής μπάτσους. Κόσμος πολύς που δεν μου έκανε κέφι να δω. Είχα πάρει τη Μαρί Λου από το μπράτσο και την είχα πάει στην άλλη μεριά της λεωφόρου Ζαν Μπαλλάρ, στην Πλατεία Τιαρς. Στου Μάριο. Μ’ ένα πιάτο μοτσαρέλλα και ντομάτες, κάπαρη, αντζούγιες και μαύρες ελιές. Ένα πιάτο σπαγγέτι με θαλασσινά. Ένα τιραμισού. Και για κρασί ένα Μπαντόλ, κτήμα Pinarnon.

Μιλήσαμε για όλα και για τίποτε. Κυρίως εκείνη, λιγότερο εγώ. Νωχελικά. Ξεχώριζε την κάθε λέξη σαν να καθάριζε ένα ροδάκινο. Την άκουγα, με τα μάτια όμως μόνο. Με παράσερναν το χαμόγελό της, το σχήμα των χειλιών της, τα λακουβάκια στα μάγουλά της, η σπάνια κινητικότητα του προσώπου της. Την κοίταζα κι ένιωθα το γόνατό της κόντρα στο δικό μου: πως να σκέφτομαι κιόλας;

-Ποια συναυλία; τη ρώτησα σε μια στιγμή.
-Μα που ζεις; Η συναυλία. Στη Φρισ. Με το συγκρότημα Massilia.

Η Φρις είναι το παλιό καπνεργοστάσιο. Χώροι κάπου εκατόν είκοσι χιλιάδων τετραγωνικών πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό Σαιν-Σαρλ. Θυμίζει το μέρος αυτό τις καταλήψεις κτιρίων από καλλιτέχνες στο Βερολίνο, και το PSI στο Κουίνς, στη Νέα Υόρκη. Είχαν εγκατασταθεί εκεί διάφορα ατελιέ, αίθουσες για δοκιμές θεάτρου και μουσικής, ένα περιοδικό, το Taktik, το Ραντιό-Γκρενούιγ, ένα εστιατόριο, μια αίθουσα συναυλιών.

-Πέντε χιλιάδες μαζωχτήκαμε. Θαύ-μα! Οι μάγκες ξέρουν να σ’ ανάβουν φωτιές.
-Καταλαβαίνεις τα προβηγκιανά εσύ;

Τα μισά τραγούδια των Massilia ήταν στην τοπική διάλεκτο. Σε προβηγκιανά των ναυτικών. Τα γαλλικά της Μασσαλίας, όπως λένε στο Παρίσι. Parlam de realitat dei canvas dau quotidian, να τι τραγουδούσαν οι Massilia.

-Δεν σε νοιάζει να καταλαβαίνεις ή να μην καταλαβαίνεις. «Τραβάμε κουπί, δεν είμαστε βλάκες.» Να τι πρέπει να καταλάβεις.

Με κοίταξε σαν κάτι το αξιοπερίεργο. Ίσως ναι, να ήμουν βλάκας. Όλο και πιο ξεκομμένος από την πραγματικότητα. Διέσχιζα τη Μασσαλία αλλά τίποτε δεν έβλεπα πια γύρω μου. Το μόνο που γνώριζα ακόμα σχετικά μ’ αυτήν, ήταν η υπόκωφη βία της και ο επιδερμικός ρατσισμός της. Ξεχνούσα ότι η ζωή δεν ήταν μόνον αυτά. Ότι, παρά τα όσα συνέβαιναν εκεί, άρεσε στους ανθρώπους αυτής της πόλης να ζουν και να γλεντάνε. Ότι με την κάθε ημέρα που ξημέρωνε, η ευτυχία φάνταζε σαν ιδέα καινούρια, έστω κι αν αργά τη νύχτα η κατάληξη ήταν ένας βίαιος έλεγχος ταυτοτήτων.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Ποτέ στη ζωή μου ωστόσο δεν πρόδωσα τ΄αδέρφια μου*

Οχτώ ήταν, δεκαεξάρηδες-δεκαεφτάρηδες. Επιβιβάστηκαν στο Παλιό Λιμάνι. Τους περιμέναμε στο σταθμό Σαιν-Σαρλ Σιδηροδρομικός Σταθμός. Είχαν μαζευτεί στο μπροστινό μέρος ενός βαγονιού. Όρθιοι πάνω στα καθίσματα, χτύπαγαν ρυθμικά τα τοιχώματα και τα παράθυρα σαν να έπαιζαν ταμ-ταμ, συνοδεύοντας ένα κασετόφωνο στη διαπασών. Φυσικά, η μουσική ήταν ραπ. Τους ΙΑΜ τους ήξερα. Ήταν πραγματικά το πιο γνωστό συγκρότητα της Μασσαλίας. Το ακούγαμε συχνά στο Ραντιό-Γκρενούιγ, το ανάλογο του Ραντιό-Νοβά του Παρισιού. Ο σταθμός αυτός έπαιζε όλα τα γκρουπ ραπ και ρέγκε της Μασσαλίας και της Νότιας Γαλλίας. ΙΑΜ, Fabulous Trobadours, Bouducon, Hypnotik, Black Lions. Και Massilia Sound System, που είδαν το φως ανάμεσα στους Ultras, στη νότια στροφή του ποδηλατοδρόμιου. Το συγκρότημα αυτό είχε κολλήσει τον πυρετό της ρέγκε χιπ-χοπ στους φιλάθλους του OM (Ολυμπιακός Μασσαλίας) και μετά σε όλη την πόλη.

Η Μασσαλία είναι φλύαρη. Και το ραπ δεν είναι τίποτα άλλο από φλυαρία με τη σέσουλα. Τα παιδιά απ’ τη Τζαμάικα βρήκαν εδώ τ’ αδερφάκια τους. Να φλυαρούν όπως στα μπαρ. Για την κυβέρνηση που θέλει να ελέγχει τα πάντα, για τις σάπιες μακρινές περιφερειακές γειτονιές, για τα νυχτερινά λεωφορεία. Για τη ζωή, τα προβλήματά τους. Τον κόσμο, όπως τον βλέπουν από τη Μασσαλία.

Ελπίζουμε μ’ ένα ρυθμό ραπ
Και να γιατί ο εντυπωσιασμός.
Αυτό που θέλουν στο Παρίσι είναι την εξουσία και τον μπεζαχτά.
Τα 22 μου έχω κλείσει και πολλά έχω να κάνω.
Ποτέ στη ζωή μου ωστόσο δεν πρόδωσα τ΄αδέρφια μου.
Και προτού το στρίψω από δω, σας το θυμίζω ξανά,
Πως κανείς δεν θα με περάσει
για υποχείριο αυτού του πουτανοκράτους.

Σε ξεκούφαιναν τα ρυθμικά χτυπήματα μέσα στο βαγόνι. Ταμ-ταμ από την Αφρική, από το Μπρονξ κι από τον πλανήτη Άρη. Δε μου πήγαινε η μουσική ραπ. Όμως το συγκρότημα ΙΑΜ, πρέπει να το αναγνωρίσω, είχε κείμενα που έκαναν διάνα. Όμορφα κι ωραία. Κι από πάνω είχαν και το λεγόμενο groove. Έφτανε να βλέπεις τους δύο νεαρούς που χόρευαν εκεί μπροστά μου.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας -Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Δεν είναι σίγουρο ότι αλλού θα είναι λιγότερο άσχημα*

Βρήκα μια θέση σ’ ένα τραπέζι, όπου κάθονταν μια παρέα νεαροί που τους γνώριζα λιγάκι. Θαμώνες του μπαρ. Ο Ματιέ, η Βερονίκ, η Καρίν, ο Σεντρίκ. Τους κέρασα μόλις κάθησα και τα κεράσματα διαδέχονταν το ένα τ’ άλλο. Τώρα ο Σόνυ Ρόλλινς έπαιζε το Without a Song. Με τον Τζιμ Χολ στην κιθάρα. Ο πιο όμορφος δίσκος του, The Bridge.

Ένιωσα τρομερά ωραία που βρισκόμουν εκεί, σ’ έναν φυσιολογικό κόσμο. Με νέους που αισθάνονταν καλά μες το πετσί τους. Ακούγοντας τ’ ανοιχτόκαρδα γέλια τους. Συζητήσεις που έπλεαν, ανέμελες, μες τους ατμούς του αλκοόλ.
«Γαμώτο, δεν πρέπει να χάνεις το στόχο», ούρλιαζε ο Ματιέ. «Γιατί να θες να γαμήσεις τους Παριζιάνους; Το Κράτος πρέπει να γαμήσουμε! Οι Παριζιάνοι τι είναι δηλαδή; Την έχουν χειρότερα απ’ όλους. Γιατί ζουν πλάι στο Κράτος. Εμείς είμαστε μακριά, γι’ αυτό είμαστε καλύτερα, δεν γίνεται αλλιώς.»

Η άλλη Μασσαλία. Μια τόση δα δόση αναρχισμού στη μνήμη της. Εδώ, στη διάρκεια της Κομμούνας το 1871, η μαύρη σημαία των αναρχικών είχε κυματίσει για σαράντα οκτώ ώρες στη νομαρχία. Σε πέντε λεπτά, έτσι ξαφνικά, θα μιλάνε για τον Μπομπ Μάρλεϋ. Για τους Τζαμαϊκανούς. Θα βαλθούν ν’ αποδείξουν ο ένας στον άλλο πως αν έχεις δυο κουλτούρες, καταλαβαίνεις καλύτερα τους άλλους. Τον κόσμο. Μπορούσαν να περάσουν όλη τη νύχτα κουβεντιάζοντας γι’ αυτό.

Σηκώθηκα κι άνοιξα δρόμο μέχρι το μπαρ για να πάρω τηλέφωνο. Το σήκωσε με το πρώτο κουδούνισμα, λες και στεκόταν δίπλα στη συσκευή περιμένοντας να χτυπήσει.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Total Khéops*

Κοίταξε το ρολόι του.
-Πέρασαν ακριβώς είκοσι έξι ώρες και δεκαπέντε λεπτά από τη στιγμή που πιάσατε αυτόν τον αλήτη και μου λέτε ότι η έκθεση σας δεν είναι ακόμα έτοιμη; Μια έκθεση για έναν απλό τσακωμό;
– Ήθελα να ελέγξω ορισμένα πράγματα. Ο Μουράμπετ έχει παρελθόν. Και είναι υπότροπος.

Με κοίταξε από πάνω ως κάτω. Ο κακός μαθητής που λέγαμε. Ο τελευταίος της τάξης. Το περιφρονητικό του βλέμμα όμως δεν με εντυπωσίαζε. Το είχα συνηθίσει ήδη από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου. Τσακωνόμουνα, φώναζα κι έβριζα, έκανα τον καμπόσο και ήμουν θρασύτατος. Τις επιπλήξεις που έτρωγα όρθιος, μπροστά σ’ όλους, δεν μπορούσα καν να τις μετρήσω. Τον κοίταζα στα μάτια με τα χέρια στις τσέπες του τζην.
-Υπότροπος… Νομίζω ότι έχετε πεισμώσει μ’ αυτόν τον… Κοιτάξτε ξανά το σημείωμα: Νάσερ Μουράμπετ. Αυτή είναι η γνώμη και του δικηγόρου του.

Κέρδισε ένα πόντο. Δεν ήξερα πως ο δικηγόρος του Μουράμπετ ήταν ήδη εν γνώσει. Ο Περόλ το ήξερε άραγε; Και κέρδισε και δεύτερο πόντο όταν ζήτησε από το εσωτερικό τηλέφωνο να μπει στο γραφείο ο δικηγόρος Έρικ Μπρυνέλ.

Κάτι μου έλεγε αυτό τον όνομα αλλά δεν πρόλαβα να το σκεφτώ. Τον κύριο που μπήκε στο γραφείο τον είχα δει την παραμονή το βράδυ στη φωτογραφία μαζί με τους αδελφούς Πολί, τον Βεμπλέρ και τον Μορβάν. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά. Ο κύκλος είχε κλείσει και βρέθηκα μέσα στα σκατά. Total Khéops, όπως λένε τα παιδιά του συγκροτήματος ραπ ΙΑΜ. Δηλαδή, απίθανο μπουρδέλο. Ή αλλιώς, βαψ’τα μάυρα…

* Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ