Ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα*

Η σκέψη της Βριώνης ήταν καρφωμένη στα δικά της. Μπορεί να έριχναν δηλητηριώδη αέρια στο Λονδίνο ή να έπεφταν Γερμανοί αλεξιπτωτιστές υποστηριζόμενοι από πεμπτοφαλαγγίτες πριν από το γάμο της Λόλας. Είχε ακούσει έναν παντογνώστη θυρωρό να λέει, με ικανοποίηση, πως τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τον γερμανικό στρατό. Εκείνοι έχουν νέες τακτικές, εμείς όχι. Εκείνοι έχουν εκμοντερνιστεί, εμείς όχι. Οι στρατηγοί έπρεπε να διαβάσουν το βιβλίο του Λίντελ Χαρτ ή να έρθουν στο θυρωρείο του νοσοκομείου στο διάλειμμα και ν’ ακούσουν προσεκτικά.
Από τη μεριά της, η Φιόνα μιλούσε για τον αξιολάτρευτο μικρό αδελφό της και τις εξυπνάδες που έλεγε στο τραπέζι, ενώ η Βριώνη παρίστανε πως ακούει και στην πραγματικότητα σκεφτόταν τον Ρόμπι. Αν πολεμούσε στη Γαλλία, ίσως να τον είχαν ήδη συλλάβει. Ή και κάτι χειρότερο. Πως να αντέξει η Σεσίλια μια τέτοια είδηση; Καθώς η μουσική, ζωντανεμένη από τα φάλτσα, έφτανε σε μια φασαριόζικη κορύφωση, έσφιξε τα ξύλινα χερούλια της ξαπλώστρας της κι έκλεισε τα μάτια. Αν συνέβαινε κάτι στον Ρόμπι, αν η Σεσίλια κι ο Ρόμπι δεν ξαναβρεθούν…
Το μυστικό της μαρτύριο και η δημόσια αναταραχή του πολέμου πάντα φαινόταν σαν δύο κόσμοι διαφορετικοί, αλλά τώρα κατάλαβε πως ο πόλεμος μπορεί να μπλεκόταν με το δικό της έγκλημα. Η μόνη λύση ήταν να μην είχε συμβεί ποτέ το παρελθόν. Αν δεν γυρνούσε ο Ρόμπι… Λαχταρούσε να είχε το παρελθόν κάποιας άλλης, να είναι κάποια άλλη, σαν τη γλυκιά Φιόνα με τη ζωή ν’ ανοίγεται μπροστά της ελεύθερα, με την τρυφερή, μεγάλη οικογένεια, τους σκύλους και τις γάτες με τα λατινικά ονόματα και το σπίτι που ήταν φημισμένο στέκι των καλλιτεχνών του Τσέλσι. Η Φιόνα είχε μόνο να ζήσει τη ζωή της, ν’ ακολουθεί το δρόμο και ν’ ανακαλύπτει τι ήταν γραφτό να συμβεί. Η δική της ζωή, όμως, οδηγούσε σ’ ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα.
«Βριώνη, είσαι καλά;»
«Τι; Ναι, φυσικά. Είμαι μια χαρά».
«Δεν σε πιστεύω. Να σου φέρω λίγο νερό;»
Καθώς δυνάμωσαν τα χειροκροτήματα -κανείς δεν νοιαζόταν για την άθλια μουσική_ είδε τη Φιόνα να προχωρά, να προσπερνά τους μουσικούς και τον άντρα με το καφέ παλτό που νοίκιαζε τις ξαπλώστρες. Έφτασε στο μικρό καφέ ανάμεσα στα δέντρα. Ο Στρατός της Σωτηρίας άρχισε να παίζει το «Bye-Bye Black-bird», πολύ καλύτερα από πριν. Οι ξαπλώστρες πότε πότε τραγουδούσαν και χειροκροτούσαν. Η αυτοσχέδια χορωδία είχε κάτι απροσδιόριστα καταναγκαστικό -έτσι που άνθρωποι ξένοι μεταξύ τους τραβούσαν ο ένας την προσοχή του άλλη υψώνοντας τη φωνή- και η Βριώνη ήταν αποφασισμένη να αντισταθεί.

*Εξιλέωση, Ίαν Μακ Γιούαν, εκδ. ΝΕΦΕΛΗ

Advertisements
This entry was posted in Standard - The Great American Song Book and tagged , by Jaquou Utopie. Bookmark the permalink.

About Jaquou Utopie

Μικρόκοσμος Και να, τι θέλω τώρα να σας πω Μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας, φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο. Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε. Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα. Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά κι η γη μας τόση δα μικρή. Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ’ άστρα, εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω. Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει. είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε Ν. Χικμέτ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s