Έρωτας*

Μήπως όμως οι επαγγελματίες ήταν καλύτεροι; Πήρε το μικρό του σημειωματάριο από το συρτάρι του γραφείου. Καιρό είχε να γράψει έστω και μια αράδα στις σελίδες του. Κάποια στιγμή, απογοητευμένος από τη συντριπτική έλλειψη καλών ορισμών για τον έρωτα, άρχισε να καταγράφει, από το τέλος του σημειωματαρίου ως την αρχή, όλους τους κακούς ορισμούς. Ο έρωτας είναι αυτό, ο έρωτας είναι εκείνο, ο έρωτας σημαίνει αυτό, ο έρωτας σημαίνει το άλλο. Ακόμα και πασίγνωστες, κοινές, φραστικές διατυπώσεις έλεγαν, πραγματικά, περισσότερα: είναι ένα μαλακό παιχνίδι, είναι ένα κουταβάκι, είναι ένα φουσκωτό μαξιλαράκι. Έρωτας σημαίνει ποτέ να μην αναγκαστείς να πεις ότι λυπάσαι (απεναντίας συχνά σημαίνει να κάνεις ακριβώς αυτό). Και μετά υπήρχαν όλοι εκείνοι οι ερωτικοί στίχοι από όλα εκείνα τα ερωτικά τραγούδια, με τις λιποθυμικές φρεναπάτες του στιχουργού, του τραγουδιστή, του συγκροτήματος. Ακόμα και τα γλυκόπικρα και τα κυνικά -πάντα ειλικρινής σε εσένα, αγάπη μου, με τον τρόπο μου- του φαίνονταν καθαρά αντιπαραδείγματα συναισθηματισμού. Ναι, ήταν πολύ κακό για εμάς, φιλαράκο, αλλά δεν θα είναι απαραιτήτως το ίδιο κακό και για σένα: αυτή ήταν η υπόρρητη υπόσχεση του τραγουδιού. Μπορείς λοιπόν να το ακούσεις με συμπονετική μακαριότητα.

Να και μια εγγραφή -σοβαρή αυτή- που δεν την είχε διαγράψει μέσα στα χρόνια. Δεν μπορούσε να θυμηθεί που την είχε αλιεύσει. Ποτέ δεν σημείωνε τον συγγρφέα ή την πηγή· δεν ήθελε να παρασυρθεί από τη φήμη του αποφθεγματολόγου· η αλήθεια έπρεπε να στέκεται από μόνη της, καθαρή και χωρίς υποστηλώματα. Αυτή εδώ πήγαινε ως εξής: «Κατά τη γνώμη μου, κάθε έρωτας, ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος, είναι πραγματική καταστροφή αν του παραδοθείς ολοκληρωτικά».

*Η Μοναδική Ιστορία, Julian Barnes, εκδ.  ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Advertisements

Η γριά νυχτερίδα*

Είχες καθίσει σε ένα τραπέζι σε μια γωνιά της βεράντας πάνω από το λαμπύρισμα του νερού και είχες παραγγείλει μια μπίρα Τάιγκερ. Αρκετά γρήγορα ένας τύπος  με πάρα πολλές ρυτίδες, με μεγάλα πεταχτά αυτιά σχεδόν διάφανα που έδιναν στο κεφάλι του μιάν όψη συμπαθητικής νυχτερίδας, ήρθε να ρωτήσει αν μπορούσε να καθίσει στο τραπέζι. Μιλούσε αρκετά σαρακοφαγωμένα αλλά πολύ κατανοητά γαλλικά. Σου γνωστοποίησε ότι είχε υπάρξει πιανίστας σε μπαρ ξενοδοχείων στο Βιεντιάνε και το Λουάνγκ Πραμπάνγκ, στο Λάος, κατόπιν στη Σαϊγκόν και ότι είχε πολεμήσει τους Γάλλους στις τάξεις των Βιετμίνχ. Δεν είχαμε επιλογή, σου λέει σαν για να ζητήσει συγγνώμη και του έδωσες απόλυτο δίκιο: δεν είχαν επιλογή. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου, σε διαβεβαίωνε, του συνέβη να παίξει, στον καταυλισμό, στην καρδιά της ζούγκλας, σε πιάνα πού τα είχαν βρει από εδώ κι από κει και τα μετέφεραν παντού πάνω σε μουλάρια: μελωδίες της Φρεέλ, της Νταμιά, του Μωρίς Σεβαλιέ, του Τρενέ. Κι ακόμη ενός συνθέτη που καταρχάς η προφορά του συνομιλητή σου σε εμπόδισε να καταλάβεις το όνομά του, που θεώρησες ότι είναι ενός Βιετναμέζου μουσικού, Ναλ ντο Άνχ ή κάτι τέτοιο, αλλά που τελικά, προς μεγάλη σου έκλπηξη, αποδείχτηκε ότι ήταν ο Ρενάλντο Χαν. Ο Ρενάλντο Χαν στη ζούγκλα! Μέσα στην έξαρσή του πολέμου!  Πολύ θα ήθελες να ήσουν παρών. Γιατί όχι τη σονάτα του Βιντέιγ; Με λίγα λόγια, κατά την άποψή του, όλες αυτές οι μελωδίες ήταν διαφορετικές από τα σημερινά γαλλικά τραγούδια – μόνο που αυτό που ονόμαζε έτσι ήταν ένα απωθητικό μείγμα το οποίο είχες την εντύπωση ότι αναγόταν στα χρόνια πριν από τους γιεγιέδες της εφηβείας σου, που την ίδια στιγμή ακούγονταν από το ραδιόφωνο του μπαρ. Εκείνος, η γριά νυχτερίδα τραγουδούσε «Je chaaaante du soir au matin» παίζοντας πιάνο πάνω στο τραπέζι με τα αποστεωμένα δάχτυλά του. Ενθουσιώδης! Ω Τρενέ! Μεγάλε ποιητή.
Ο παλιός Βιετμίνχ ήταν εκστασιασμένος από χαρά επειδή συνάντησε έναν Phap, έναν Γάλλο. Για να λέμε την αλήθεια, από την εποχή του Ντε Γκωλ είχε απομακρυνθεί λίγο από τη γαλλική πολιτική ζωή. Αλλά ο Ντε Γκωλ… Μεγάλος αρχηγός! κατά τη γνώμη του (κατά βάθος, σκεφτόσουν διασκεδάζοντας, είχε για τη Γαλλία μια άποψη εξίσου αναχρονιστική με τη δική σου). Όταν του γνωστοποίησες την αιτία του ταξιδιού σου στο Μάυ Το, φάνηκε ότι λυπάται ειλικρινά στην ιδέα ότι ο υπολοχαγός, ο πατέρας σου, δεν είχε διατηρήσει καλή ανάμνηση από την Ινδοκίνα. Αυτός ο τύπος ήταν πραγματικά γοητευτικός. Ξαναπήρατε Τάιγκερ και παραγγείλατε καβούρια.

*Χάρτινη Τίγρη, Olivier Rolin, εκδ. ΑΓΡΑ

εθιμοτυπία*

Προσκάλεσαν τον ξένο να κοπιάσει στο τραπέζι τους και να μοιραστούν το γλέντι. ο Σήφης κάθισε μαζί τους, πρόσεξε όμως να βάλει την καρέκλα του προς τη μεριά της πόρτας. Χωρίς λέξη, χωρίς καμία κίνηση, η παρέα ενέκρινε τις προφυλάξεις του κυνηγημένου, έτσι έπρεπε να καθήσει, θα τον υποψιάζονταν ως δίμουρο αν έκανε μια στραβοτιμονιά στον κανόνα του φυγάδα. Ο Σήφης συνέχισε μαζί τους δίχως να πολυμιλά. Περνούσε η ώρα και είχαν όμορφα μεθύσει όλοι τους, ακόμα και ο νεαρός λυράρης, πού ως επαγγελματίας δεν έπρεπε να πίνει για να ελέγχει τα μάγια της βιολολύρας του, είχε κι αυτός σουρώσει μια σταλιά. Έσκυψε τότε ο πιο ηλικιωμένος στην αντροπαρέα, έτσι έπρεπε και παρακάλεσε τον Σήφη: «Κουμπάρε, να ζήσεις μόνο όσο θέλεις να ζήσεις, μα πες μας και του λόγου σου μια μαντινάδα, τίποτ’ άλλο». Ο Σήφης το αποδέχτηκε, η εθιμοτυπία επέβαλλε να ανοίξει σ’ αυτό το σημείο ο φιλοξενημένος ένα από τα κρυφά χαρτιά του, εάν μπορούσε να το ανοίξει, ως ελάχιστη ανταπόδοση της φιλοοξενίας, για να ξέρει η παρέα τούτο μόνον, ότι φίλεψε άνθρωπο ζωντανό, όχι κάποιον βασανισμένο ίσκιο, άθαφτο κι άκλαυτο στα εδάφη της Μικράς Ασίας ή και σε τόσα άλλα μέρη, σε άλλους πολέμους. Ένα ίσκιο που είχε γυρίσει για τις μυρωδιές, για τη ζέστα της ξυλόσομπας, για το άκουσμα της μητρικής του γλώσσας, για το αίμα του κόκκινου κρασιού. Τόσοι και τόσοι είχαν σκοτωθεί, και από το χωριό τους και από τόπους όμορους. Ο Σήφης ζήτησε να του παίξει ο λυράρης κοντυλιά από τα μέρη του Μεγάλου Κάστρου. Σηκώθηκε όρθιος, άδειασε μονορούφι το κρασί του στη υγεία της παρέας, άφησε το ποτήρι στο τραπέζι, μισάνοιξε δεξά ζερβά τα χέρια, όπως τα ανοίγουν τα πουλιά που θέλουν να πετάξουν, και τραγούδησε:

Αμοναχός θέλω να ζω,
έτσι για χάρη γούστου
-έτσι για χάρη γούστου,
γαμώ τον Γιάννη Μεταξά
και την τετάρτη Αυγούστου
-και την τετάρτη Αυγούστου

Προτού τελειώσει την τρίτη συλλαβή του δεύτερου Αυγούστου, έδωσε μια, πέταξε μέσα από την πόρτα, τον κατάπιε το σκοτάδι.

*Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων, Ρέα Γαλανάκη, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

προσδοκία μέλλοντος*

Όμως το έβγαλε από τη θήκη του με τη μέγιστη προσοχή και της το έδειξε και θαύμασαν από κοινού τις απαλές καμπύλες του ξανθού ξύλου με τα μαύρα τελειώματα και τις λεπτές διακοσμητικές σπείρες του κοχλία.
Ακούμπησε την παλάμη της στη λακαρισμένη επιφάνεια κι εκείνος έφερε το χέρι του κοντά στο δικό της.
«Όμορφα όργανα» είπε η Φιόνα. «Ανέκαθεν σκεφτόμουν ότι υπάρχει κάτι πολύ ανθρώπινο στο σχήμα τους».
Είχε πάρει στα χέρια του τη μέθοδο βιολιού για αρχάριους και μολονότι η Φιόνα δεν σκόπευε να του ζητήσει να παίξει, δεν άντεχε να τον σταματήσει. Η ασθένειά του, ο αθώος του ζήλος τον έκαναν απόρθητο.
«Μελετάω τέσσερις ακριβώς εβδομάδες και ξέρω να παίζω δέκα μελωδίες». Ο κομπασμός του καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε άρνηση. Γύριζε τις σελίδες ανυπόμονα. Η Φιόνα έριξε μια ματιά πάνω από την πλάτη της στη Μαρίνα και σήκωσε τους ώμους.
«Όμως αυτό το κομμάτι είναι το πιο δύσκολο. Δύο διέσεις. Σε ρε μείζονα».
Η Φιόνα κοίταζε ανάποδα την παρτιτούρα. «Μπορεί απλώς να είναι σε σι ελάσσονα».
Δεν την άκουγε. Είχε ήδη ανακαθήσει, με το βιολί ακουμπισμένο κάτω από το σαγόνι του και χωρίς καθυστέρηση, χωρίς να κουρδίσει τις χορδές, άρχισε να παίζει. Την ήξερε καλά η Φιόνα αυτή τη μελαγχολική και όμορφη μελωδία, ένα παραδοσιακό ιρλανδικό σκοπό. Είχε συνοδεύσει τον Μαρκ Μπέρνερ στο ποίημα του Γέιτς «Down by the Salley Gardens», που είχε μελοποιήσει ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν. Ήταν ένα από τα κομμάτια που έπαιζαν όταν το κοινό τούς ξανακαλούσε στη σκηνή.

Ο Άνταμ γρατζούνιζε κάπως τις χορδές, έπαιζε ασφαλώς χωρίς βιμπράτο, όμως ο τόνος των φθόγγων ήταν σωστός, έστω κι αν φαλτσάρισε σε μια δυο νότες. Ο μελαγχολικός σκοπός και ο τρόπος που τον έπαιζε, τόσο αισιόδοξα, τόσο ακατέργαστα, εξέφραζαν όλα όσα είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται η Φιόνα για το αγόρι. Ήξερε απέξω τους στίχους του ποιητή, στίχους μεταμέλειας. Μα ήμουν νέος κι άμυαλος… Το άκουσμα της μελωδίας από το βιολί του Άνταμ την αναστάτωνε και τη σάστιζε. Η αφοσίωση στη μελέτη του βιολιού ή και οποιουδήποτε άλλου οργάνου ήταν μια πράξη ελπίδας, υποδήλωνε την προσδοκία μέλλοντος.
Όταν τελείωσε, η Φιόνα και η Μαρίνα χειροκρότησαν και ο Άνταμ έκανε από το κρεβάτι του μια αδέξια υπόκλιση.

*Νόμος Περί Τέκνων, Ίαν Μακ Γιούαν

bitter chocolate timbale in orange sauce*

He was early for his appointment with Valente. He stopped in front of the restaurant where he’d gone the last time he was in Mazàra. He gobbled up a sauté of clams in bread-crumbs, a heaping dish of spaghetti with white clam sauce, a roast turbot with oregano and caramelized lemon, and he topped it all off with a bitter chocolate timbale in orange sauce. When it was all over he stood up, went into the kitchen, and shook the chef’s hand without saying a word, deeply moved. In the car, on his way to Valente’s office, he sang at the top of his lungs: “Guarda come dondolo, guarda come dondolo, col twist …”

*The Snack Thief, Andrea Camilleri

… η γαλλική κοινωνία ήταν τρομακτική

Ποτέ δεν έφερνε την κουβέντα στις υποθέσεις μου. Άλλωστε σιχαινόταν τη δουλειά μου. Στις διακοπές, με την οικογένειάς της, όποτε δειπνούσαμε στην πόλη, με παρακαλούσε να μη μιλάω καθόλου για τη δουλειά. Φυλαγόταν. Μεταξύ μας, οι αστυνομικοί γινόμαστε απαίσιοι. Το βράδυ που έφαγε για πρώτη φορά με την ομάδα μου του 18ου διαμερίσματος, η παράσταση που έδωσε ο Τζέι Αρ σχετικά με τις προσαγωγές, σιχαμερή αλλά ξεκαρδιστική σύμφωνα με τα γούστα μου, την είχε αηδιάσει. Χρειάστηκε μήνες για να μάθει να τον ανέχεται και ο Τζέι Αρ, ξέροντας πως ένιωθε η Ελιζαμπέτ, γινόταν επίτηδες υπερβολικός. Κι όμως, αυτός τη λάτρευε. Όλοι τους συμπαθούσαν την Ελιζαμπέτ. Έβλεπαν την ομορφιά της, άκουγαντ η χαμηλόφωνη ομιλία της, πρόσεχαν πόσο ήρεμη, σχεδόν νωχελική, ήταν και υπέκυπταν στη γοητεία της.  Χωρίς να αντιληφθούν πως πίσω από αυτή την πραότητα κρυβόταν μια θανατερή απάθεια. Όταν κατάλαβε πως ούτε εκείνη ούτε εγώ θα προχωρούσαμε ποτέ παρακάτω, δεν άντεξε άλλο. Κατά βάθος, τη φόβιζα. Οι απουσίες μου, ο ενθουσιασμός μου, οι επιτυχίες μου την πλήγωναν, αφού όλα αυτά αποδείκνυαν πως η γαλλική κοινωνία ήταν τρομακτική. Εκείνη ονειρευόταν έναν ειρηνικό κόσμο και δεν είχαμε παιδιά έτσι ώστε να μπορεί να αποστρέφει το βλέμμα της από την πραγματικότητα. Είχα μια σύζυγο θεϊκή και ανυπεράσπιστη. Για να μη λυγίσω, είχα σβήσει σιγά σιγά από το διαμέρισμά μας κάθε ίχνος της, αλλά δεν περνά ούτε μέρα που να μην μου λείπει. Αρκεί να ακούσω το «Ντιέγκο», το τραγούδι του Μισέλ Μπερζέ, για να βουρκώσουν τα μάτια μου. Και τα δάκρυα να πλημμυρίσουν το πρόσωπό μου. Η Ελιζαμπέτ μπορούσε να το ακούει είκοσι φορές απανωτά. Μου φτάνουν δύο νότες για να ξαναδώ μπροστά μου τον εαυτό μου μαζί της, γονατιστό δίπλα στο κρεβάτι της, ταγμένο στην καλοσύνη και την πληγωμένη της ψυχή.

*Το Παρίσι εν καιρώ ειρήνης, Gilles Martin-Chauffier, εκδ. Πόλις

Κακοκαιρία*

Τι σ’ έπιασε; τον ρωτάει εκείνη. Μοιάζεις κάπως… Μήπως έχεις πιεί;
Όχι. Όχι πολύ. Παραμερίζει τον γκριζωπό αρακά στο πιάτο του. Τελικά έγινε, της λέει. Φεύγω. Πήρα διαβατήρια και τα λοιπά.
Ω, έτσι απλά. Προσπαθεί να κρύψει την απογοήτευση στη φωνή της.
Έτσι απλά. Οι σύντροφοι ήρθαν σε επαφή. Μάλλον έκριναν ότι τους είμαι πιο χρήσιμος εκεί κάτω παρά εδώ. Τέλος πάντων, ύστερα από τόση κωλυσιεργία, ξάφνου δεν βλέπουν την ώρα να με ξεφορτωθούν. Ένας μπελάς λιγότερο.
Θα είσαι ασφαλής στο ταξίδι; Νόμιζα…
Πιο ασφαλής παρά εδώ. Λένε όμως ότι δεν με ψάχνουν πια με τόση μανία. Έχω την αίσθηση πως και η άλλη πλευρά θέλει να του δίνω. Είναι λιγότερο περίπλοκο έτσι. Αλλά δεν θα πω σε κανέναν ποιο τραίνο θα πάρω. Δεν θέλω να βρεθώ στα χωράφια με καμιά σφαίρα στο κεφάλι ή μαχαιρωμένος πισώπλατα.
Και πως θα περάσεις τα σύνορα; Πάντα έλεγες πως…
Αυτή τη στιγμή τα σύνορα τα περνάς στο άψε σβήσε, για να βγεις δηλαδή. Οι τελωνιακοί ξέρουν πως υπάρχει ανοιχτή γραμμή προς τη Νέα Υόρκη κι έπειτα προς το Παρίσι. Είναι όλα οργανωμένα και όλους τους λένε Τζο. Οι μπάτσοι έχουν πάρει εντολές. Να κοιτάτε αλλού, τους είπαν. Και δεν δίνουν δεκάρα.
Μακάρι να ερχόμουν μαζί σου, του λέει εκείνη.
Ώστε γι’ αυτό δειπνούσαν έξω. Ήθελε να της το πει κάπου, όπου εκείνη δεν θα μπορούσε να παραφερθεί. Ελπίζει ότι δεν θα του κάνει σκηνή σε δημόσιο χώρο. Δεν θα κλάψει, δεν θα παραπονεθεί, δεν θα τραβήξει τα μαλλιά της. Σ’ αυτό ποντάρει.
Ναι. Μακάρι να ερχόσουν, αλλά δεν γίνεται. Είναι άσχημα εκεί πέρα, της απαντάει. Και νοερά σιγοτραγουδάει:

Κακοκαιρία,
Και το δικό μου παντελόνι
ξεκούμπωτο…**

Συγκρατήσου, μονολογεί, επίσης νοερά. Νιώθει το κεφάλι του φουντωμένο, ξέχειλο θαρρείς από αίμαι. Λες κι αιωρείται στο κενό και την κοιτάζει από ψηλά. Το χαριτωμένο, θλιμμένο της πρόσωπο τρεμουλιάζει σαν είδωλο σε ταραγμένη λίμνη. Συσπάται, γρήγορα θα πνιγεί σε δάκρυα. Όμως, παρά τη θλίψη της, πρώτη φορά είναι τόσο γλυκιά. Την τυλίγει μια γλυκιά απαλή λάμψη. Το μπράτσο της, εκεί που την άγγιξε, είναι σφιχτό. Θέλει να την αρπάξει, να την κουβαλήσει στο δωμάτιο και να την πηδήξει έξι φορές μέχρι την Κυριακή. Λες κι έτσι θα την κρατούσε κοντά του.
Θα σε περιμένω, του λέει εκείνη. Όταν γυρίσεις, θα φύγω από το σπίτι μου και θα έρθω μαζί σου.

*Ο Τυφλός Δολοφόνος, Μάργκαρετ Άτγουντ, μετάφραση Πόλυ Μοσχοπούλου, εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ

** Stormy weather,/ Don’t know why, got no buttons on my fly,/ Got a zipper… στο πρωτότυπο (παράφραση των στίχων του «stormy weather» των Ted Koehler & Harold Arlen, το οποίο ‘ακούγεται΄και σε άλλο κεφάλαιο του βιβλίου)