Because you are mine… *

Όταν σηκώθηκε, πήρε τον Χρήστο τηλέφωνο. Η μάνα του Χρήστου είχε μια ξενοίκιαστη γκαρσονιέρα στην Κυψέλη, πάνω από την πλατεία. Του ζήτησε να μείνει εκεί κάποιες μέρες. Έδωσε ένα ραντεβού για το απόγευμα. Στο μεταξύ, ήθελε να περάσει από το σπίτι, για να πάρει μερικά πράγματα. Δεν ήθελε να εκτεθεί σε περιττούς κινδύνους αλλά ήταν ακόμα μέρα και είπε να το ρισκάρει. Άφησε το δομάτιο του ξενοδοχείου, πήρε το αμάξι και τραβήχτηκε προς τα Λιόσια. Έβαλε μια συλλογή με Northern Soul, που συνήθως του έφτιαχνε το κέφη, όμως τώρα είχε μόνο μικρή -έως και μηδενική- επίδραση πάνω του. Παρ’ όλα αυτά, στο «Seven days too long» του Chuck Woods χάρηκε, εντελώς απροσδόκητα. Γενικώς, με soul και με funk, ο Νικήτας μικρή σχέση είχε ως τότε. Ήταν ένα μικρό λευκό αγόρι, που άκουγε κυρίως garage, punk και ψυχεδέλειες, αλλά όταν γνώρισε την Ιωάννα, που κατά βάση άκουγε τέτοια, κόλλησε κι αυτός με τον ήχο ή, για την ακρίβεια, τον κόλλησε η Ιωάννα, που τον έβαλε κάτω κι άρχισε τα άκου κι αυτό και άκου το άλλο, και δες ρε, εδώ τον Marvin, άκου εδώ, ρε μικρό βλαμμένο λευκό αγόρι, τον Ottis, βούλωστο και αφουγκράσου ασπρουλιάρη πάνκη την Whendy, τσιμουδιά όταν ακούς τους κορίτσαρους της Motown και τα παλικάρια της Stax. Είχε καθίσει, λοιπόν, και τα είχε μάθει όλα υπάκουα.

Έκανε πάλι το σφάλμα να πάρει τη Δυρραχίου και φράκαρε μέσα στην κίνηση, κάπου στο ύψος της γέφυρας Ροσινιόλ, που λάθος πίστεύεται ότι οφείλει το όνομά της στο ομώνυμο νυχτερινό κέντρο που βρισκόταν παλιά στις Τρεις Γέφυρες. Όπως του είχε ορκιστεί κάποιο βράδυ ένας μεθυσμένος ταρίφας, που είχε πάρει επίσης μεθυσμένος, από το Πέραμα, από αυτή τη γέφυρα, στις έντεκα Σεπτέμβρη του 1936, είχε πηδήξει με ολέθριες για τον εαυτό του συνέπειες ο Σομπλάν Ροσινιόλ -ένας Γάλλος διανοούμενος από τη Λυών, που ζούσε εκείνη την εποχή στο Περιστέρι. Σύμφωνα, πάντα, με τον ταρίφα που ωρυόταν, ο Ροσινιόλ ήταν μέλος της θρυλικής παρέας που ίδρυσε τον Ατρόμητο Αθηνών, του Κολομβούνη, του Πέτα και του Γλυκοφρύδη, που έπαιζαν τότε μπαλίτσα στην πλατεία Κυριακού -σήμερα πλατεία Βικτωρίας… Κάπου εκεί, έφασε και το cd στο «Nowhere to run» των Martha Reeves and The Vandellas. Το δυνάμωσε τέρμα -μια όχι και τόσο καλή έμπνευση, για τρεις η ώρα το μεσημέρι, στην πηγμένη από κίνηση Δυραχίου.

Έφτασε κοντά στο σπίτι και παρκάρισε το αυτοκίνητο σε ένα άσχετο δρομάκι. Έκανε μια βόλτα στο τετράγωνο, για να βεβαιωθεί πως δεν τον παρακολουθούσε κανείς -δεν κυκλοφορούσε ψυχή- και ανέβηκε πάνω. Μάζεψε τα πράγματα που ήθελε. Κοίταξε γύρω του ένα χάος από αντικείμενα και μισογεμισμένα χαρτόκουτα, συντρίμμια μιας άλλης συνθήκης, που κάποτε -μόλις πριν από μερικές μέρες- τη νόμιζε ασφαλή και σχετικά τακτοποιημένη. Το φως του ήλιου έμπαινε από τα πατζούρια διακεκομμένο, σε δέσμες, κάνοντας ορατή τη σκόνη της απουσίας, που είχ αρχίσει να κάθεται πάνω στα αντικείμενα, όπως αδιάκοπα έρχονται και κάθονται τα γεγονότα πάνω στις μικρές ή μεγάλες αυταπάτες που μας ορίζουν. Έβαλε ένα τσίπουρο, άναψε ένα τσιγάρο, άνοιξε το στερεοφωνικό κι έβαλε ν’ ακούσει το «I walk the line» του Johnny Cash.

*το ένα δέκατο του 8, βα. αλ., Εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι

Πάμε.*

– Πάμε.

Η Εύα άφησε το λαμπτήρα αλογόνου του σαλονιού λίγο να φέγγει· ύστερα, μοιάζοντας να είχε ξεχάσει κάτι, επέστρεψε στην κουζίνα. Ο Τζων άρπαξε τον ταξιδιωτικό σάκο και περνώντας μπροστά από το εντυπωσιακό γιαπωνέζικ ηχοσύστημα, διάλεξε ένα CD και το έβαλε στη θέση «repeat».

Όταν η Εύα επέστρεψε από την κουζίνα, από το μπουφάν της προεξείχε ένα πακέτο, και ο Βάγκνερ κλαψούριζε μακρόσυρτα μοιρολόγια. Τριστάνος και Ιζόλδη. Λόγο κορόιδεμα για την αστυνομία που δεν θα αργούσε να ξκατακλύσει το χώρο.

Το έσκασαν από τη μπαλκονόπορτα του σαλονιού, σαν κάτι να τους ρούφηξε.

Έξω, όλα έμοιαζαν ήρεμα. Οι ήχοι της νύχτας διασταυρώνονταν με αυτούς των θάμνων του κήπου και των φυλλωμάτων των δέντρων· αναμεμειγμένοι οι ήχοι ακούγονταν σαν χειροκροτήματα ενθουσιωδών θαυμαστών. Όσο για το μπάσταρδο, κοιμόταν στο σπιτάκι του. Και αυτό το βράδυ, όπως κάθε μέρα.

Οι εραστές αφουγκράζονταν την παραμικρή κίνηση, γλιστρούσαν κάτω από τα κλαδιά. Σαν να ξαναγυρίζεις στην παιδική ηλικία σου όταν εξαιτίας του σκοταδιού επινοείς σενάρια για το φόβο που θέλεις να κατανικήσεις, παρά τα πέντε σου χρόνια.

Ήταν ωραία. Ο Τζων προσχωρούσε μπροστά. Ο λύκος. Οσφραινόταν τον αέρα.–

– Εντάξει, μπορούμε να φύγουμε.

Η Εύα γευόταν κάθε στιγμή. Η νύχτα αυτή θα ήταν κομμάτι των καλύτερων αναμνήσεών της. Ζωντανή, επιτέλους.

Διέσχισαν το οικόπεδο που τους χώριζε από τα κάγκελα. Τώρα θα έπρεπε να σκαρφαλώσουν στο μεταλλικό κιγκλίδωμα – δύο μέτρα υψωμένα προς τον μωβ ουρανό. Στο δρόμο κανείς. Ούτε ένας οδηγός παρκαρισμένος, να διαβάζει εφημερίδα ανάποδα, κάτω από το χαμηλό φως. Μόνο τα χρώματα των φανοστατών πάνω στο πεζοδρόμιο και μια βαριά σιωπή από μέρους του φεγγαριού.

Ο Τζων έκανε σκαλοπάτι με τα χέρια του και βοήθησε την Εύα που όντας σπορτίφ περιστασιακά, αλλά μόνο για μεγάλες περιστάσεις, δεν είχε καμία δυσκολία να περάσει από την άλλη πλευρά. Ο Τζων σκαρφάλωσε με τη σειρά του τα κάγκελα και ξανάπεσε ελαφρά στο πεζοδρόμιο όπου τον περίμενε η Εύα, με το σάκο στο χέρι. Χωρίς να χάσουν στιγμή, έτρεξαν προς το αυτοκίνητο. Η Εύα είχε διαλέξει την Τζάγκουαρ. Ήταν γρήγορη.

– Έχεις τα κλειδιά; ψιθύρισε ο Τζων.

Η Εύα του τα πέταξε. Σφηνωμένη πάνω στους τροχούς της, η Αγγλίδα με το σκουροπράσινο φόρεμά της περίμενε να βάλουν μπρος τους κυλίνδρους της. Η Εύα έριξε το σάκο στο πίσω κάθισμα και ακούμπησε το πακέτο στα γόνατά της.

Η Τζάγκουαρ άφησε τη θέση της στο πεζοδρόμιο, έκανε το γύρο του οικοδομικού τετραγώνου και κατέβηκε το Ήντεν Τέρας με χαμηλή ταχύτητα. Ο Τζων είχε κολλημένα τα μάτια του στο καθρεφτάκι, αλλά δεν τους ακολούθησε κανένα αυτοκίνητο. Σάυμοντσ Στρητ. Αστική έρημος που τη χάιδευε ένα ελαφρύ αεράκι, τρυφερό σαν πέταλο λουλουδιού. Ο Τζων άλλαξε ταχύτητα και έστριψε στα φανάρια της Νιου Νορθ Ρόουντ. Η Εύα χάζευε τα χριστουγεννιάτικα δέντρα κατά μήκος των δρόμων. Το άρωμα βανίλιας διαχεόταν από τα μαλλιά της στο εσωτερικό του αυτοκινήτου. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης κοιμούνταν τον ύπνο του δικαίου.

– Πιστεύεις ότι θα μας βρουν οι μπάτσοι;
– Μπά…

* ΧΑΚΑ – Από τη Σάγκα Μαορί, Caryl Ferey, μετάφραση Αργυρώ Μακάροφ, εκδ. ΑΓΡΑ

Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκε ποτέ*

«Τι θα ήθελες να ακούσεις;»
«Μπιτλς;»
«Σικάγο;»
«Φόρμουλα V;»
«Λος Πάσος;»
«Κρίντενς;»
«Αχά, Κρίντενς», ήταν για άλλη μια φορά η συμφωνία. Εδώ και χίλια χρόνια τους άρεσε να ακούν τη συμπαγή φωνή του Τζον Φόγκερτι και τις πρωτόγονες κιθάρες των Κρίντενς Κλίαργουοτερ Ριβάιβαλ.
«Παραμένει πάντα η καλύτερη εκτέλεση του Proud Mary».
«Αυτό δεν χωράει καν συζήτηση».
«Τραγουδάει σαν να είναι μαύρος, ή μάλλον όχι: τραγουδάει σαν να είναι Θεός, γαμώτο… Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκε ποτέ».

Ο Κόντε κοίταξε τον Κάρλος, αλλά ο Κοκκαλιάρης, σαν να μην είχε πει τίποτα, ασχολιόταν με το να βάλει το σιντί στη σωστή του θέση, να πατήσει το πλήκτρο που το κατάπινε και κατόπιν εκείνο που προορίζονταν να κάνει το μηχάνημα να παίξει τη μουσική.
Η ιδέα ήταν της Ντουλσίτα: θα γιόρταζαν τα γενέθλια με τον κλασσικό τρόπο, με τις καλύτερες ρητορείες του στιλ που αποκαλούσαν «τσιτσί» και το οποίο, κατ’ αυτήν, ακολουθούσαν πολύ στο Μαϊάμι. Με την εξαίρεση των τιμώμενων προσώπων και του Κόντε, οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένης της γριάς Χοσεφίνα, θα κατέφθαναν όλοι μαζί, κάποιοι με το αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει αυτή, άλλοι με την καμπριολέ Μπελ Ερ του Γιόγι, με τα κλάξον να ηχούν. Θα έμπαιναν στο σπίτι με μπαλόνια στα χέρια, μυτερά καπέλα στο κεφάλι, μπουκέτα με λουλούδια και με την τούρτα, στεφανωμένη με τα πενήντα δύο κεριά, ήδη αναμμένα. Και όλα αυτά θα τα έκαναν τραγουδώντας το Happy Birthday to You. Η τούρτα των γενεθλίων ήταν χωρισμένη σε δύο μισά: το ένα καλυμμένο με γαλάζια μαρέγκα για την Ταμάρα και το άλλο με κρέμα σε μια απόχρωση βιολετιά για την Αϊμάρα, και τη διέσχιζαν τα λευκά γράμματα της επιγραφής του απαραίτητου «Χρόνια πολλά», αυτή τη φορά όμως με ένα δύο στην άκρη, τον αριθμό που αναλάμβανε να υψώσει στο τετράγωνο τις ευχές.

*Αιρετικοί, Λεονάρδο Παδούρα, εκδ. Καστανιώτη

Εξαιτίας των ρολογιών*

Η Ντεντέ μπαίνει μ’ ένα πακέτο και κοιτά τον Τζόνυ.
– Έχεις πιο ψηλό πυρετό. Τηλεφώνησα στο γιατρό, θά’ρθει στις δέκα. Λέει να καθίσεις ήσυχος.
– Εντάξει, σύμφωνοι, όμως πρώτα πρέπει να διηγηθώ στον Μπρούνο για το μετρό. Τις προάλλες κατάλαβα ξεκάθαρα το τι συνέβαινε. Βάλθηκα να σκέφτομαι τη γριά μου, ύστερα τη Λαν και τα παιδιά, και φυσικά στη στιγμή μου φάνηκε πως περπατούσα στη γειτονιά μου, κι έβλεπα τα πρόσωπα των μικρών παιδιών εκείνου του καιρού. Δεν ήταν ότι σκεφτόμουνα, θαρρώ πως κιόλας σου έχω πει πολλές φορές ότι εγώ ποτέ δε σκέφτομαι. Είμαι σαν αραγμένος σε μια γωνία κοιτώντας να περνάει αυτό που σκέφτομαι, αλλά δε σκέφτομαι αυτό που βλέπω. Καταλαβαίνεις; Ο Τζιμ λέει πως είμαστε όλοι ίδιοι, πως γενικά (έτσι λέει) δε σκέφτεται κανείς τον εαυτό του. Ας πούμε πως είναι έτσι, το θέμα είναι πως εγώ είχα πάρει το μετρό στο σταθμό του Σαιν-Μισέλ κι αμέσως βάλθηκα να σκέφτομαι τη Λαν και τα παιδιά και να βλέπω τη γειτονιά. Μόλις κάθισα βάλθηκα να τους σκέφτομαι. Αλλά συγχρόνως είχα συνείδηση πως βρισκόμουν στο μετρό και είδα πως ύστερα από ένα λεπτό περίπου φτάναμε στο Οντεόν και πως ο κόσμος έμπαινε και έβγαινε. Τότε εξακολούθησα να σκέφτομαι τη Λαν και είδα τη γριά μου όταν γύριζε από τα ψώνια κι άρχισα να τους βλέπω όλους και να βρίσκομαι μαζί τους μ’ έναν τρόπο πολύ όμορφο που είχα πολύ καιρό να νιώσω έτσι. Οι αναμνήσεις είναι πάντα μια αηδία, αλλά τούτη τη φορά μου άρεσε να σκέφτομαι τα παιδιά και να τα βλέπω. Αν αρχίσω να σου λέω όλα όσα είδα δεν πρόκειται να τα πιστέψεις γιατί θα ‘παιρνε ώρα. Κι αυτό παραλείποντας της λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, για να σου πω ένα μονάχα πράγμα, έβλεπα τη Λαν μ’ ένα πράσινο φόρεμα που έβαζε όταν πήγαινε στο Club 33, όπου έπαιζα με τον Χαμπ. Έβλεπα το φόρεμα με κάτι κορδέλες, ένα φιόγκο, κάτι σαν κέντημα στα πλάγια, ένα γιακά… Όχι συγχρόνως, παρά σαν να γυρόφερνα στην πραγματικότητα το φόρεμα της Λαν και να το κοίταζα αργά αργά. Κι ύστερα κοίταξα το πρόσωπο της Λαν και κείνα των παιδιών, κι ύστερα θυμήθηκα τον Μάικ που έμενε στο πλαϊνό δωμάτιο, και πώς ο Μάικ μου είχε διηγηθεί την ιστορία με κάποια άγρια άλογα στο Κολοράντο, κι εκείνον που δούλευε σ’ ένα ράντσο και μιλούσε προτείνοντας το στήθος όπως οι δαμαστές των αλόγων…
– Τζόνυ, είπε η Ντεντέ από τη γωνία της.
– Πρόσεξε, δε σου διηγούμαι παρά ένα κομματάκι απ’ όλα όσα σκεφτόμουν και έβλεπα. Πόση ώρα έκανα να σου πω αυτό το κομματάκι;
– Δεν ξέρω ας πούμε κάπου δύο λεπτά;
– Ας πούμε κάπου δύο λεπτά, ξαναλέει ο Τζόνυ. Δύο λεπτά και σου έχω πει ένα κομματάκι, τίποτα άλλο. Αν σου έλεγα όλα όσα είδα να κάνουν τα παιδιά και πώς ο Χαμπ έπαιζει το Save It, Pretty Mamma κι εγώ άκουγα κάθε νότα, καταλαβαίνεις, κάθε νότα, και ο Χαμπ δεν είναι από εκείνους που κουράζονται, κι αν σου έλεγα πως άκουσα ακόμη και τη γριά μου να λέει μια ατέλειωτη πεοσευχή που μιλούσε για λάχανα, μου φαίνεται, ζητούσε συγχώρεση για μένα και το γέρο μου κι έλεγε κάτι για κάποια λάχανα… Λοιπόν, αν σ’ τα ‘λεγα με λεπτομέρειες όλα αυτά, θα περνούσαν περισσότερα από δύο λεπτά, ε Μπρούνο;

– Αν πράγματι άκουσες και είδες όλα αυτά θα περνούσε ένα γεμάτο τέταρτο της ώρας, του είπα γελώντας.
– Θα περνούσε ένα γεμάτο τέταρτο της ώρας, ε Μπρούνο; Τότε να μου πεις πώς γίνεται και ξαφνικά νιώθω πως το μετρό σταματάει και φεύγω απ’ τη γριά μου και τη Λαν κι απ’ όλα εκείνα, και βλέπω πως βρισκόμαστε στο Σαιν-Ζερμαίν-ντε-Πρε, που απέχει ακριβώς ενάμισι λεπτό από το Οντεόν.
Ποτέ δεν με απασχολούν ιδιαίτερα αυτά που λέει ο Τζόνυ, αλλά τώρα, με τον τρόπου που με κοιτάζει, νιώθω ρίγος.
– Μόλις ενάμισι λεπτό με το χρόνο το δικό σου και το χρόνο το δικό της, λέει μνησίκακα ο Τζόνυ. Και ακόμη με το χρόνο του μετρό και του ρολογιού μου, καταραμένα να ‘ναι. Τώρα πως γίνεται κι εγώ σκεφτόμουνα ένα τέταρτο της ώρας, ε Μπρούνο; Πώς μπορείς να σκέφτεσαι ένα τέταρτο της ώρας σ’ ενάμισι λεπτό; Σου ορκίζομαι πως εκείνη την ημέρα δεν είχα καπνίσει ούτε ένα κομματάκι ούτε ένα φυλλαράκι, προσθέτει σαν παιδί μικρό που απολογείται. Και ύστερα μου ξανασυνέβη, τώρα αρχίζει να μου συμβαίνει παντού. Αλλά, προσθέτει πονηρά, μόνο μέσα στο μετρό μπορώ να καταλάβω γιατί το να ταξιδεύω με το μετρό είναι σαν να’μαι βαλμένος μέσα σ’ ένα ρολόι. Οι στάσεις είναι τα λεπτά, καταλαβαίνεις, είναι ο χρόνος, ο δικός σας, του τώρα· αλλά εγώ ξέρω πως υπάρχει άλλος κι έκατσα και σκέφτηκα, σκέφτηκα…
Σκεπάζει το πρόσωπο με τα χέρια και τρέμει. Θα ήθελα να έχω ήδη φύγει, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω για να τους αποχαιρετίσω χωρίς να στενοχωρηθεί ο Τζόνυ, γιατί είναι φοβερά ευαίσθητος με τους φίλους του. Αν συνεχίσει έτσι, θα την έχει άσκημα, τουλάχιστον με την Ντεντέ δεν πρόκειται να μιλάει γι’ αυτά τα πράγματα.
– Μπρούνο, αν μπορούσα μονάχα να ζω όπως εκείνες τις στιγμές ή όπως όταν παίζω, που και τότε ο χρόνος αλλάζει… Καταλαβαίνεις τι θα μπορούσε να συμβεί σ’ ενάμισι λεπτό… Τότε ένας άνθρωπος, όχι μονάχα εγώ, αλλά αυτή, κι εσύ, και όλα τα παιδιά θα μπορούσαμε να ζήσουμε χίλιες φορές περισσότερο απ’ όσο ζούμε εξαιτίας των ρολογιών, της μανίας των λεπτών και του μεθαύριο…

*Ο Κυνηγός, Χούλιο Κορτάσαρ, μετ. Μάγια Μαρία Ρούσσου, εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ

To Bar des 13 Coins στο radiobubble

Από σήμερα, τις Τετάρτες που στο πρόγραμμα του radiobubble δεν θα ακούγεται ο Σαμψών Ρακάς ή ο risinggalaxy, τα παστίς θα τα κερνάμε εμείς.

Η μουσική των βιβλίων θα ακούγεται τα βράδια της Τετάρτης, από τις 12 τα μεσάνυχτα και μετά, πότε για μία, πότε για δύο ώρες.

Ελάτε, κερνάμε!

Bardes13Coins_t

Paul Auster: ο συγγραφέας στη Στέγη*

Υπογράφοντας το Sunset Park. Ερασιτεχνική λήψη.

Υπογράφοντας το Sunset Park. Ερασιτεχνική λήψη.

Η συζήτηση ξεκίνησε με αφορμή τη μουσική του Buddy Holly που ο δημοσιογράφος Ηλίας Μαγκλίνης είχε επιλέξει για να εισάγει το κοινό στη ζωή του Paul Auster. Κι ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχτηκε πως άκουγε Holly όταν ήταν μικρός, πριν τα 12 του χρόνια, αλλά πιο πολύ του άρεσε το «Wake up little Susie» των Everly Brothers. Δεν θα τον αδικούσα. Παρακολουθούσα από τις θέσεις του κοινού, αρκετά μακριά από τη σκηνή ώστε να μην βλέπω με λεπτομέρειες τα χαρακτηριστικά του  Paul Auster αλλά κι αρκετά κοντά ώστε να διακρίνω τον ψηλό άντρα με τα γκρίζα ρούχα και την παιχνιδιάρικη διάθεση να βγάζει το ηλεκτρονικό τσιγάρο και να τράβα μια ρουφηξιά παραδεχόμενος πως δεν καπνίζει πια πουράκια. Ήταν φανερό πως ο πρωταγωνιστής στη σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών δεν ένιωθε καμία αμηχανία. Η  επίγνωση της γοητείας που ασκεί σε συνδυασμό με την αποδοχή που έχει εισπράξει μας χάρισαν μια βραδιά που ο «συνομιλητής» μας δεν δίστασε σε καμία ερώτηση.

Κάπως έτσι λοιπόν, με αφορμή τη μουσική των παιδικών του χρόνων, συναντήσαμε τον Paul Auster. Και στα πρώτα λεπτά αυτής της συνάντησης μάθαμε για τη στιγμή που συνειδητοποίησε την «αστάθεια της πραγματικότητας», όταν στην κατασκήνωση, σε μια από τις εκδρομές τους κι εν μέσω καταιγίδας ένας κεραυνός χτύπησε και σκότωσε έναν παιδικό του φίλο. Στεκόταν ακριβώς δίπλα του τη στιγμή που συνέβη. Κι αν και, όπως είπε, αισθάνεται τυχερός που δεν έζησε πόλεμο, κατοχή ή επιδημίες περιέγραψε αυτή τη στιγμή σαν το δικό του πεδίο μάχης, μέσα στην «συνηθισμένη ζωή» που κατά τα άλλα έχει ζήσει.

Αυτή η «συνηθισμένη ζωή»  του Auster  περιλαμβάνει την ιστορία της γιαγιάς του που δολοφόνησε τον παππού του εν ψυχρό τη στιγμή που εκείνος, 36 χρονών μόνο, άλλαζε μια λάμπα στο σπίτι τους. Σαν παιδί «τη φοβόμουν μέχρι θανάτου» ομολόγησε ο Paul Auster ενώ διηγούνταν την οικογενειακή ιστορία ακροβατόντας μεταξύ δράματος και τραγωδίας. Η γιαγιά, που δολοφόνησε τον άντρα της όταν έμαθε ότι την απατούσε, δεν καταδικάστηκε ποτέ. Τα 5 παιδιά της (τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι) δεν μίλησαν ποτέ για τον φόνο στα παιδιά τους με αποτέλεσμα τα εγγόνια να ζουν για χρόνια στην άγνοια. Και κάποια μέρα, κάπου στη δεκαετία του ’70, μία από τις εγγονές, ενήλικη πια και στο πρώτο της ταξίδι στην Ευρώπη έμαθε το γεγονός τυχαία από έναν γηραιό άγνωστο κύριο της με τον οποίο βρέθηκαν να συνταξιδεύουν σε διπλανά αεροπορικά καθίσματα και να κατάγονται από την ίδια πόλη.

Ο χειμαρρώδης Auster δεν δίστασε ούτε τη στιγμή της πολιτικής κριτικής. Λέγοντας πως ο «φόβος του κομμουνισμού ήταν μια από τις πραγματικότητες που επηρέασε» τα παιδικά του χρόνια, χαρακτήρισε τον Μακάρθυ «τρελό αλκοολικό που τρομοκρατούσε τη χώρα». Έφτασε στο σήμερα λέγοντας πως ο νόμος Patriot Act που ψηφίστηκε στις ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου είναι ένας νόμος Big Brother, ξεκάθαρα αντισυνταγματικός.  Χαρακτήρισε τον Μπαράκ Ομπάμα διστακτικό απέναντι στις αλλαγές που πρέπει να κάνει και φοβισμένο από τις κρατικές υπηρεσίες, ενώ είπε γελώντας ότι ο Μπιλ Κλίντον υπήρξε ο πιο συντηρητικός Δημοκρατικός του αιώνα. Δεν δίστασε να μιλήσει για τον συνεχή «πόλεμο» των Ρεπουμπλικάνων απέναντι στη σημερινή διακυβέρνηση καταλήγοντας πως στις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή ζουν πιο διχασμένοι από ποτέ στην ιστορία της χώρας, σαν να βρίσκονται σε ένα «χαοτικό κουτί θορύβου» όπου «η κατάρα του ρατσισμού συνεχίζει να υπάρχει».

Φοιτητής του Columbia την εποχή των μεγάλων διαδηλώσεων ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Auster συνελήφθη με άλλους 700 συμφοιτητές του κατά τη διάρκεια κινητοποίησης και πέρασε ένα εικοσιτετράωρο στη φυλακή. Διηγήθηκε λοιπόν υπερήφανα πως κατάφερε να μην επιστρατευτεί, ουσιαστικά από τύχη, και τόνισε την αίσθηση ανακούφισης και  το τεράστιο βάρος που έφυγε από τις πλάτες του όταν συνειδητοποίησε πως δεν θα χρειαστεί να πάει φυλακή μιας και  σε περίπτωση επιστράτευσης θα αρνούνταν να πολεμήσει. Και κάπου εκεί η συζήτηση μεταφέρθηκε για άλλη μια φορά στο παρόν. «Η Αμερική είναι σαν χαμένη σήμερα». « Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι μοιάζουν δυστυχισμένοι». «Το σύστημα είναι ελαττωματικό». «Δεν είναι ότι μετανιώνω για τον Ψυχρό Πόλεμο αλλά τότε υπήρχε τουλάχιστον ένα ιδεολογικό επιχείρημα ενάντια στον καπιταλισμό. Οι άνθρωποι είχαν μια ελπίδα». «Σήμερα τίποτα δεν στέκεται αντιμέτωπο στον καπιταλισμό και ο καπιταλισμός έχει πάθει αμόκ». «Χρειαζόμαστε ένα νέο Καρλ Μαρξ».

Εκεί λοιπόν, ανάμεσα στην ζωή, τις εμπειρίες, την απώλεια και την αγάπη,  την πολιτική και την καθημερινότητα μπλέχτηκε η τέχνη και η λογοτεχνία.  «Ελπίζω η δουλειά μου να συνεχίσει να εξελίσσεται» ευχήθηκε ενώ παραδεχόταν πως δεν έχει νιώσει ακόμα την ανάγκη να σταματήσει να γράφει και πως βρίσκεται στη συγγραφή του μεγαλύτερού βιβλίου της ζωής του. Διαχώρισε ο ίδιος τα βιβλία του σε αυτοβιογραφικά και μυθιστορήματα ξεκαθαρίζοντας σχεδόν αυστηρά πως στα βιογραφικά πάντα κάνει προσπάθεια να πει την αλήθεια, ακόμα κι αν αυτή είναι η δική του υποκειμενική αλήθεια, ενώ στα μυθιστορήματα δεν υπάρχει κανένα αυτοβιογραφικό στοιχείο. «Όταν μπεις στη ζώνη του μυθιστορήματος ξεκινά η φαντασία. Πρόκειται για ένα αισθητικό πλαίσιο». Αλλά και η μουσική: «Γράφοντας το The Winter Journal σκεφτόμουν μουσική»

Λάτρης της λογοτεχνίας, δεν μπόρεσε να μη μοιραστεί την αγάπη του με το κοινό. «Η τέχνη είναι φαντασία και η φαντασία είναι πραγματικότητα. Ο Δον Κιχώτης, για τον αναγνώστη του, είναι μέρος του πραγματικού κόσμου» μας εκμυστηρεύτηκε ο Auster που ανάφερε το έργο του Θερβάντες παραπάνω από μια φορά στη χθεσινή συζήτηση. «Η λογοτεχνία είναι υπερεθνική. Ο Φλωμπέρ επηρέασε τον Τζόις, ο Τζόις τον Φώκνερ, ο Φώκνερ τον Μαρκές. Πρέπει να είσαι κουφός, χαζός και τυφλός για να διαβάζεις λογοτεχνία μόνο στη γλώσσα σου» ξεκαθάρισε ενώ προσπαθούσε με λίγα λόγια να περιγράψει το ταξίδι του από τους αμερικάνους συγγραφείς στους ρώσους – από τον Τολστόι μέχρι τον Γκόγκολ – και τους γάλλους – από τους ποιητές μέχρι τον Καμύ.

Και τόλμησε, με χιούμορ, να απαντήσει στην ερώτηση θεατή  για τα βιβλία που θα έπαιρνε απαραιτήτως μαζί του στην περίπτωση που ήταν αναγκασμένος να σώσει μόνο πέντε. Και η λίστα περιλαμβάνει βέβαια τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, το «Ο κοινός μας φίλος» του Ντίκενς, το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι μιας και όπως είπε όφειλε να διαλέξει κι ένα πολύ μεγάλο βιβλίο αφού και δεν θα μπορούσε να έχει παρά μόνο πέντε, το «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ και «Το Κάστρο» του Κάφκα.

Η τελευταία ερώτηση, απ’ το κοινό, ζητούσε το σχόλιό του για το γεγονός  ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές υποχρηματοδοτούνται παγκοσμίως. Και ήταν σαφής. «Τα χρήματα έχουν τώρα τελευταία πάντα τον τελευταίο λόγο κι αυτό είναι θλιβερό. Αν όλα γίνουν αριθμοί και μηχανική, μας λυπάμαι».

~J

 

* Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Ελεύθεροι Σκοπευτές: Paul Auster
Σε μια συζήτηση με τον Ηλία Μαγκλίνη, 5 Νοεμβρίου 2014

Αν δεν ετίθετο το θέμα της θάλασσας*

Αυτοί οι δύο άντρες ήταν τα παράσιτα του Μπομπ, μα η Αν-Μαρί, με την αθωότητά της, δεν είχε υποπτευθεί τίποτα. Βρισκόταν πάντα στο πλευρό του συμμαθητή μου σαν δυο σωματοφύλακες ή δυο γελωτοποιοί. Στην αρχή, το γέλιο του Τζέιμς Μουρέντζ, οι ουλές του, ο τρόπος που μας χτυπούσε τον ώμο καθώς μας γυρόφερνε κάνοντας μικρά πηδηματάκια σαν πυγμάχος με διασκέδαζαν. Και με είχε γοητεύσει η ευγένεια του Έντουαρντ Αγκάμ. Ο Μπομπ μου είχε εμπιστευτεί πως ήταν οι δύο του φίλοι, οι «κολλητοί» του όπως είπε.

Και τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν πάρει διαφορετική τροπή, οι μέρες να διαδεχόταν η μια την άλλη μέσα στην ανεμελιά, αν δεν ετίθετο το θέμα της θάλασσας. Ο Μακ Φόουλς μιλούσε γι΄αυτήν διαρκώς. «Δεν είδες τη θάλασσα;» «Είμαι σίγουρος πως είναι η ώρα της παλίρροιας». «Τι χρώμα έχει η θάλασσα σήμερα;» «Δεν νομίζεις πως μυρίζει θάλασσα;» Ο Μουρέντζ και ο Αγκάμ, για να ευχαριστήσουν τον Μπομπ, πρόσθεταν κι από πάνω. Ο Αγκάμ, με συνοδεία κιθάρας, μας τραγουδούσε τη Θάλασσα του Σαρλ Τρενέ. Ο Μουρέντζ είχε αποφασίσει πως η θάλασσα άρχιζε κάτω από τη βεράντα του ξενοδοχείου και μας ζητούσε να θαυμάζουμε τις βουτιές του. Φορούσε κι αυτός μαγιό λεοπαρδαλέ και όρθιος πάνω στο πεζούλι φούσκωνε το στήθος του παίρνοντας βαθιές εισπνοές. Ύστερα, με το κεφάλι μπροστά, πηδούσε προς την πελούζα και την τελευταία στιγμή, μ’ ένα σπάσιμο της μέσης, έβρισκε την ισορροπία του.

«Κρυούτσικη;» ρωτούσε ο Μακ Φουλς.
«Όχι, σήμερα είναι καλή», απαντούσε ο Μουρέντζ κάνοντας πως τινάζει τα νερά από πάνω του και ισιώνοντας τα μαλλιά του, λες κι είχε βουτήξει πραγματικά. «Αυτή η θάλασσα έχει την ιδανική θερμοκρασία».

Ένας επιπόλαιος παρατηρητής θα το είχε πάρει για απλό αστείο, θα ανησυχούσε όμως τη μέρα που ο Μουρέντζ, λέγοντας πως το κάγκελο της βεράντας ήταν πολύ χαμηλός βατήρας, αποφάσισε να πηδήξει από το περιστύλιο της εισόδου του ξενοδοχείου. Η πρωτοβουλία του ενθουσίασε τον Μακ Φόουλς και τον Έντουαρντ Αγκάμ, όσο για μένα και την Αν-Μαρί, δεν τολμήσαμε να πούμε τίποτα.

«Βούτα, μη φοβάσαι», είπε ο Μακ Φόουλς. «Η θάλασσα είναι βαθιά εδώ…»
Ο Μουρέντζ, πατώντας πάνω σε ένα σκαμνί, ανέβηκε στην προεξοχή, που είχε ύψος πάνω από τρία μέτρα. Ο Αγκάμ, απαθής, σιγοτραγουδούσε τη Θάλασσα. Ο θυρωρός και ένας από τους γκρουμ του ξενοδοχείου παρακολουθούσαν τη σκηνή συνεπαρμένοι.

«Θα σας παρουσιάσω τη βουτιά του αγγέλου», είπε ο Μουρέντζ.
Ένα προκλητικό χαμόγελο έκανε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του να συσπαστούν. Ο Μακ Φόουλς μου είχε πει πως η τόλμη του στα αγωνίσματα του μπόμπσλεϊ στο Σεν Μόριτζ είχε γίνει αιτία να του κολλήσουν το παρατσούκλι «Τζέιμς ο αυτόχειρας».

«Άντε βούτα», είπε ο Μακ Φόουλς. «Δεν έχει πια κύμα. Είναι πραγματική πισίνα. Δείξε μας επιτέλους τη βουτιά του αγγέλου».

Ο Μουρέντζ, ακίνητος πάνω στην προεξοχή, με σφιγμένα χείλη, πήρε βαθιά ανάσα. Έπειτα, μ’ ένα βίαιο τίναγμα, πήδηξε προς τα πάνω, με τα χέρια ανοιχτά. Θα παίρναμε όρκο πως θα συντριβόταν στο έδαφος, αλλά, σε κλάσματα δευτερολέπτου, δίπλωσε τα γόνατα στην κοιλιά του και έπεσε πάνω στο μαλακό γκαζόν σε στάση εμβρύου, στάση που εγκαινίασε, στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, ο σκιέρ Βουαρνέ. Χειροκροτήσαμε. Μόνο ο Μακ Φόουλς παρέμεινε απαθής.

«Την επόμενη φορά να κάνεις βουτιά από πιο ψηλά και όταν θα έχει κύμα», είπε ψυχρά.
Από εκείνη τη μέρα, κάθε πρωί, ο «Τζέιμς ο αυτόχειρας» έκανε βουτιές. Βουτιά με εκτίναξη του σώματος, βουτιά από ένα τραπέζι που το είχε τοποθετήσει στη βεράντα του ξενοδοχείου, βουτιά «σαν να κλωτσούσε το φεγγάρι» ή «βουτιές ανάποδες». Και κάθε φορά, αυτές οι επιδείξεις τελείωναν με τα συνηθισμένα αστειάκια: «το νερό είναι καλό», «πρέπει να βουτήξετε κι εσείς»… ως τη μέρα που κάνοντας μια βουτιά έσπασε ελαφρά τον πήχη του. Έδεσε το χέρι του από το λαιμό με μια μαντίλα –μεταξωτή άσπρη μαντίλα, που του χάρισε ο Μακ Φόουλς– και όλη την ημέρα κυκλοφορούσε με τούτη τη μαντίλα και το λεοπαρδαλέ μαγιό του.

«Δεν μπορείς να κολυμπήσεις, καημένε μου», του είπε ο Μακ Φόουλς. «Και είναι κρίμα μ’ αυτή τη ζέστη…»

* Ήταν όλοι τους καλά παιδιά…, Patrick Modiano, μετ. Βάσω Νικολοπούλου – Νίκη Ντουζέ, εκδ. ΠΟΛΙΣ