Η αισθητική δεν προχωρά ποτέ μόνη της*

«Είναι το περίφημο βιολί;» ρώτησε δείχνοντας τη γωνία του δωματίου με το μολύβι της.
«Περίφημο;»
«Περίφημο».
«Ε, ναι, λοιπόν».
«Μην το αφήσεις εδώ. Σοβαρά τώρα…»
«Μην ανησυχείς, θα το πάρω μαζί μου στο μάθημα».
«Δεν φαντάζομαι να έχεις σκοπό να παίξεις μπροστά στους…» είπε εύθυμα.
«Όχι, φυσικά και όχι».

Ή μάλλον ναι. Γιατί όχι; Το αποφάσισε ξαφνικά, όπως τότε που ζήτησε από τη Λάουρα να τον συνοδεύσει στη Ρώμη ως δικηγόρος του. Η Λάουρα τον ωθούσε σε παρορμητικές κινήσεις.
Ο Αντριά Αρντέβολ, στο μάθημα Ιστορίας των αισθητικών ιδεών του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης, είχε το θράσος να ξεκινήσει το πρώτο μάθημα του δεύτερου εξαμήνου παίζοντας την Παρτίτα υπ’ αριθμόν ένα με το Στοριόνι του. Είναι σίγουρο ότι κανένας από τους τριάντα πέντε φοιτητές δεν αντιλήφθηκε τα πέντε ασυγχώρητα λάθη του, ούτε τη στιγμή που μπερδεύτηκε και αναγκάστηκε να αυτοσχεδιάσει στο Tempo di Borea. Κι όταν τελείωσε, τακτοποίησε προσεκτικά το βιολί στη θήκη του, το άφησε στο τραπέζι και είπε τι σχέση πιστεύετε ότι υπάρχει μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και σκέψης. Και κανείς δεν τόλμησε να απαντήσει, γιατί που να ξέρω, γαμώτο.

«Τώρα φανταστείτε πως βρισκόμαστε στο χίλια επτακόσια είκοσι».
«Γιατί;» ρώτησε ένα μουσάτο αγόρι που καθόταν στο βάθος, απομονωμένο από τους άλλος, ίσως για να μην κολλήσει τίποτα.
«Είναι η χρονιά που ο Μπαχ συνέθεσε το κομμάτι που μόλις σκότωσα».
«Και υποτίθεται ότι η σκέψη αλλάζει;»
«Εσύ κι εγώ, πάντως, θα φορούσαμε περούκα».
«Μα αυτό δεν αλλάζει τη σκέψη».
«Δεν την αλλάζει; Άντρες και γυναίκες με περούκες, καλσόν και τακούνια…»
«Επειδή η αισθητική του δεκάτου όγδοου αιώνα διέφερε απ’ τη σημερινή».
«Μόνο η αισθητική; Τον δέκατο όγδοο, αν δεν κυκλοφορούσες με περούκα, μακιγιαρισμένος, με τακούνια και καλσόν δεν σ’ άφηναν να μπεις σε σαλόνι. Σήμερα ένα μακιγιαρισμένο άντρα με περούκα, καλσόν και τακούνια τον κλείνουμε στη φυλακή χωρίς να τον ρωτήσουμε».
«Μήπως αυτό έχει να κάνει με την ηθική;»
Ήταν μια ντροπαλή φωνή στην πρώτη σειρά, η φωνή μιας κοπέλας που έμοιαζε με οδοντογλυφίδα. Ο Αντριά, που προχωρούσε ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων γύρισε πίσω.
«Μου αρέσεις», είπε. Και η κοπέλα κοκκίνησε, παρότι δεν είχα τέτοια πρόθεση. «Η αισθητική, έστω κι αν επιμένει, δεν προχωρά ποτέ μόνη της».
«Όχι;»
«Όχι. Διαθέτει μια μεγάλη ικανότητα να συμπαρασύρει κι άλλες μορφές σκέψης.
«Δεν καταλαβαίνω».

Τέλος πάντων, ήταν ένα μάθημα που με βοήθησε να θέσω τις βάσεις όσων θα ανέλυα για μερικές βδομάδες. Κι υπήρχαν στιγμές που ξεχνούσα ακόμα και το ότι στο σπίτι ζούσαμε μες στη σιωπή, η Σάρα κι εγώ. Ο Αντριά λυπήθηκε που δεν βρήκε τη Λάουρα στο γραφείο, όταν πήγε να πάρει τα πράγματά του, διότι θα ήθελε να της διηγηθεί τον θρίαμβο της ιδέας της.

*Confiteor, Ζαουμέ Καμπρέ, μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός, εκδόσεις Πόλις

All the boys are innocent*

Nicole put the tape into the hefty but purportedly portable cassette and CD player on the mantlepiece, momentarily nervous that Parlabane’s geriatric tape would give it the audio equivalent of a sexually transmitted disease. He had cued it up at the right place, and she pushed up the volume as the sound began to break through.

She glanced briefly at him, but he was staring fixedly at the machine, either urging her attention or aware of the awkwardness of not knowing where to look when two people are concentrating on simply listening to something.

The recently abused chorus was ending, and the song broke down to just a synth sound and a tentative, creeping bass for a few bars. The synth riff was repeated as a rhythm guitar surfaced somewhere, a dry sound like helicopter blades chopping overhead. Then a lead guitar entered quietly, snaking around the synth and growing gradually louder in the mix as the hypnotic melody circled again and again and drums began to pulse in the distance, getting ever clearer, ever nearer.

She felt a thrilling sense of anticipation as the orchestration expanded and each of the instruments grew louder, her desire for the song to reveal its hidden secret enhanced by the dramatic and teasing build-up. The tension reached breaking point and the toms suddenly gave way to snare, the lead guitar screaming in, full-blooded, to take up the riff introduced by the synth, a crashing wave of sound and emotion. Somewhere she could see a man in black, younger than her, swaying and waving in a bacchae of sweating bodies beneath the swelter of stage lights.

There was a voice, somewhere, lost amidst the storm. She was about to reach for the volume control again when she realised that, like what had gone before it, the voice would grow stronger and louder in passing cycles. Other voices joined it on each pass, their tune now defined but the lyrics still agonisingly obscure.

With the next repetition, she thought she had made out what was being said, and it was a possibility that stopped her breath until the next pass confirmed it.

The voices were singing the same words over and over.

Over and over.

«All the boys are innocent.»

*Country of the Blind, Christopher Brookmyre

«Γράψ’ το»*

«Όταν γευτείς την ομορφιά της τέχνης, η ζωή αλλάζει. Όταν ακούσεις τη Χορωδία Μοντεβέρντι, η ζωή αλλάζει. Όταν θαυμάσεις Βερμέερ από κοντά, η ζωή αλλάζει· όταν διαβάζεις Προυστ, δεν είσαι πια ο ίδιος. Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί».

«Γράψ’ το».

«Δεν είμαστε παρά συμπτώσεις».

«Τι;»

«Θα ήταν πιο εύκολο αν δεν υπήρχαμε, κι όμως υπάρχουμε».

«…»

«Από γενιά σε γενιά, φρενήρεις χοροί εκατομμυρίων σπερματοζωαρίων που κυνηγούν ωάρια, τυχαίες συλλήψεις, θάνατοι, καταστροφές… Και τώρα είμαστε εδώ, εσύ κι εγώ, ο ένας μπροστά στον άλλο, σαν να μην μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Σαν να υπήρχε η δυνατότητα ενός και μόνο γενεαλογικού δέντρου».

«Ε, ναι. Λογικό δεν είναι;»

«Όχι. Είναι μια κωωλοσύμπτωση».

«Έλα, τώρα…»

«Κι είναι ακόμα μεγαλύτερη κωωλοσύμπτωση ότι ξέρεις να παίζεις βιολί τόσο καλά».

«Εντάξει. Αλλά…» Σιωπή. «Αυτό που λες φέρνει ζάλη, αν το σκεφτείς, δεν νομίζεις;»

«Ναι. Και, τότε, προσπαθούμε να επιβιώσουμε μέσα στο χάος χάρη στην τάξη της τέχνης».

«Θα έπρεπε να το γράψεις αυτό, συμφωνείς;» τόλμησε να πει ο Μπερνάτ πίνοντας μια γουλιά τσάι.

«Η δύναμη της τέχνης έγκειται στο έργο τέχνης, ή μάλλον στην εντύπωση που προκαλεί στο άτομο; Τι πιστεύεις;»

«Ότι πρέπει να το γράψεις», επέμενε η Σάρα, λίγες μέρες αργότερα. «Έτσι θα το ξεκαθαρίσεις».

«Γιατί με παραλύει ο Όμηρος; Γιατί μου κόβεται η ανάστα στο Κουιντέτο για Κλαρινέτο του Μπραμς;»

«Γράψ’το», του είπε αμέσως ο Μπερνάτ. «Θα μου κάνεις χάρη, γιατί κι εγώ θέλω να μάθω».

«Πως γίνεται να είμαι ανίκανος να γονατίσω μπροστά σε οποιονδήποτε και, αντίθετα, όταν ακούω την Ποιμενική του Μπετόβεν, να μην έχω κανένα ενδοιασμό να υποκλιθώ;»

«Η Ποιμενική δεν είναι και πολύ πρωτότυπο έργο».

«Αφού το λες εσύ. Ξέρεις από που εμπνεύστηκε ο Μπετόβεν; Απ’ τις εκατόν τέσσερις συμφωνίες του Χάυντν».

«Κι απ’ τις σαράντα μία του Μότσαρτ».

«Σωστά, αλλά ο Μπετόβεν κατάφερε να συνθέσει μόνο εννιά. Γιατί όλες, ή σχεδόν όλες, βρίσκονται σε άλλο επίπεδο ηθικής πολυπλοκότητας».

«Ηθικής;»

«Ηθικής».

«Γράψ’ το».

«Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε το έργο τέχνης, αν δεν μελετήσουμε την εξέλιξή του». Βούρτσισε τα δόντια και ξέπλυνε το στόμα του. Καθώς σκουπιζόταν με την πετσέτα, φώναξε από την ανοιχτή πόρτα της τουαλέτας: «Πάντα όμως χρειάζεται να επέμβει η διάνοια του καλλιτέχνη, που το κάνει, ακριβώς, να εξελίσσεται».

«Άρα η δύναμη έγκειται στο άτομο», απάντησε η Σάρα από το κρεβάτι, χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει το χασμουρητό της.

«Δεν ξέρω. Ο Βαν ντε Βάιτεν, ο Μονέ, ο Πικάσο, ο Παρόλο. Είναι μια δυναμική γραμμή, που ξεκινά απ’ τις σπηλιές της χαράδρας της Βαλτόρτα και δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, αφού εξακολουθεί να υπάρχει η ανθρωπότητα».

«Γράψ’το». Ο Περνά τέλειωσε το τσάι του, έπειτα από μερικές μέρες, και άφησε προσεκτικά το φλιτζάνι στο πιατάκι. «Ε;»

«Είναι η ομορφιά;»

«Τι;»

«Φταίει η ομορφιά; Τι σημαίνει ομορφιά;»

«Δεν ξέρω, αλλά μπορώ να την αναγνωρίσω. Γιατί δεν το γράφεις;» επανέλαβε ο Περνά κοιτάζοντας τον στα μάτια.

«Ο άνθρωπος καταστρέφει τον άνθρωπο, και συνθέτει επίσης τον Χαμένο Παράδεισο».

«Είναι μυστήριο, όντως. Πρέπει να το γράψεις».

*Confiteor, Ζαουμέ Καμπρέ, μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός, εκδόσεις Πόλις

Because you are mine… *

Όταν σηκώθηκε, πήρε τον Χρήστο τηλέφωνο. Η μάνα του Χρήστου είχε μια ξενοίκιαστη γκαρσονιέρα στην Κυψέλη, πάνω από την πλατεία. Του ζήτησε να μείνει εκεί κάποιες μέρες. Έδωσε ένα ραντεβού για το απόγευμα. Στο μεταξύ, ήθελε να περάσει από το σπίτι, για να πάρει μερικά πράγματα. Δεν ήθελε να εκτεθεί σε περιττούς κινδύνους αλλά ήταν ακόμα μέρα και είπε να το ρισκάρει. Άφησε το δομάτιο του ξενοδοχείου, πήρε το αμάξι και τραβήχτηκε προς τα Λιόσια. Έβαλε μια συλλογή με Northern Soul, που συνήθως του έφτιαχνε το κέφη, όμως τώρα είχε μόνο μικρή -έως και μηδενική- επίδραση πάνω του. Παρ’ όλα αυτά, στο «Seven days too long» του Chuck Woods χάρηκε, εντελώς απροσδόκητα. Γενικώς, με soul και με funk, ο Νικήτας μικρή σχέση είχε ως τότε. Ήταν ένα μικρό λευκό αγόρι, που άκουγε κυρίως garage, punk και ψυχεδέλειες, αλλά όταν γνώρισε την Ιωάννα, που κατά βάση άκουγε τέτοια, κόλλησε κι αυτός με τον ήχο ή, για την ακρίβεια, τον κόλλησε η Ιωάννα, που τον έβαλε κάτω κι άρχισε τα άκου κι αυτό και άκου το άλλο, και δες ρε, εδώ τον Marvin, άκου εδώ, ρε μικρό βλαμμένο λευκό αγόρι, τον Ottis, βούλωστο και αφουγκράσου ασπρουλιάρη πάνκη την Whendy, τσιμουδιά όταν ακούς τους κορίτσαρους της Motown και τα παλικάρια της Stax. Είχε καθίσει, λοιπόν, και τα είχε μάθει όλα υπάκουα.

Έκανε πάλι το σφάλμα να πάρει τη Δυρραχίου και φράκαρε μέσα στην κίνηση, κάπου στο ύψος της γέφυρας Ροσινιόλ, που λάθος πίστεύεται ότι οφείλει το όνομά της στο ομώνυμο νυχτερινό κέντρο που βρισκόταν παλιά στις Τρεις Γέφυρες. Όπως του είχε ορκιστεί κάποιο βράδυ ένας μεθυσμένος ταρίφας, που είχε πάρει επίσης μεθυσμένος, από το Πέραμα, από αυτή τη γέφυρα, στις έντεκα Σεπτέμβρη του 1936, είχε πηδήξει με ολέθριες για τον εαυτό του συνέπειες ο Σομπλάν Ροσινιόλ -ένας Γάλλος διανοούμενος από τη Λυών, που ζούσε εκείνη την εποχή στο Περιστέρι. Σύμφωνα, πάντα, με τον ταρίφα που ωρυόταν, ο Ροσινιόλ ήταν μέλος της θρυλικής παρέας που ίδρυσε τον Ατρόμητο Αθηνών, του Κολομβούνη, του Πέτα και του Γλυκοφρύδη, που έπαιζαν τότε μπαλίτσα στην πλατεία Κυριακού -σήμερα πλατεία Βικτωρίας… Κάπου εκεί, έφασε και το cd στο «Nowhere to run» των Martha Reeves and The Vandellas. Το δυνάμωσε τέρμα -μια όχι και τόσο καλή έμπνευση, για τρεις η ώρα το μεσημέρι, στην πηγμένη από κίνηση Δυραχίου.

Έφτασε κοντά στο σπίτι και παρκάρισε το αυτοκίνητο σε ένα άσχετο δρομάκι. Έκανε μια βόλτα στο τετράγωνο, για να βεβαιωθεί πως δεν τον παρακολουθούσε κανείς -δεν κυκλοφορούσε ψυχή- και ανέβηκε πάνω. Μάζεψε τα πράγματα που ήθελε. Κοίταξε γύρω του ένα χάος από αντικείμενα και μισογεμισμένα χαρτόκουτα, συντρίμμια μιας άλλης συνθήκης, που κάποτε -μόλις πριν από μερικές μέρες- τη νόμιζε ασφαλή και σχετικά τακτοποιημένη. Το φως του ήλιου έμπαινε από τα πατζούρια διακεκομμένο, σε δέσμες, κάνοντας ορατή τη σκόνη της απουσίας, που είχ αρχίσει να κάθεται πάνω στα αντικείμενα, όπως αδιάκοπα έρχονται και κάθονται τα γεγονότα πάνω στις μικρές ή μεγάλες αυταπάτες που μας ορίζουν. Έβαλε ένα τσίπουρο, άναψε ένα τσιγάρο, άνοιξε το στερεοφωνικό κι έβαλε ν’ ακούσει το «I walk the line» του Johnny Cash.

*το ένα δέκατο του 8, βα. αλ., Εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι

Πάμε.*

– Πάμε.

Η Εύα άφησε το λαμπτήρα αλογόνου του σαλονιού λίγο να φέγγει· ύστερα, μοιάζοντας να είχε ξεχάσει κάτι, επέστρεψε στην κουζίνα. Ο Τζων άρπαξε τον ταξιδιωτικό σάκο και περνώντας μπροστά από το εντυπωσιακό γιαπωνέζικ ηχοσύστημα, διάλεξε ένα CD και το έβαλε στη θέση «repeat».

Όταν η Εύα επέστρεψε από την κουζίνα, από το μπουφάν της προεξείχε ένα πακέτο, και ο Βάγκνερ κλαψούριζε μακρόσυρτα μοιρολόγια. Τριστάνος και Ιζόλδη. Λόγο κορόιδεμα για την αστυνομία που δεν θα αργούσε να ξκατακλύσει το χώρο.

Το έσκασαν από τη μπαλκονόπορτα του σαλονιού, σαν κάτι να τους ρούφηξε.

Έξω, όλα έμοιαζαν ήρεμα. Οι ήχοι της νύχτας διασταυρώνονταν με αυτούς των θάμνων του κήπου και των φυλλωμάτων των δέντρων· αναμεμειγμένοι οι ήχοι ακούγονταν σαν χειροκροτήματα ενθουσιωδών θαυμαστών. Όσο για το μπάσταρδο, κοιμόταν στο σπιτάκι του. Και αυτό το βράδυ, όπως κάθε μέρα.

Οι εραστές αφουγκράζονταν την παραμικρή κίνηση, γλιστρούσαν κάτω από τα κλαδιά. Σαν να ξαναγυρίζεις στην παιδική ηλικία σου όταν εξαιτίας του σκοταδιού επινοείς σενάρια για το φόβο που θέλεις να κατανικήσεις, παρά τα πέντε σου χρόνια.

Ήταν ωραία. Ο Τζων προσχωρούσε μπροστά. Ο λύκος. Οσφραινόταν τον αέρα.–

– Εντάξει, μπορούμε να φύγουμε.

Η Εύα γευόταν κάθε στιγμή. Η νύχτα αυτή θα ήταν κομμάτι των καλύτερων αναμνήσεών της. Ζωντανή, επιτέλους.

Διέσχισαν το οικόπεδο που τους χώριζε από τα κάγκελα. Τώρα θα έπρεπε να σκαρφαλώσουν στο μεταλλικό κιγκλίδωμα – δύο μέτρα υψωμένα προς τον μωβ ουρανό. Στο δρόμο κανείς. Ούτε ένας οδηγός παρκαρισμένος, να διαβάζει εφημερίδα ανάποδα, κάτω από το χαμηλό φως. Μόνο τα χρώματα των φανοστατών πάνω στο πεζοδρόμιο και μια βαριά σιωπή από μέρους του φεγγαριού.

Ο Τζων έκανε σκαλοπάτι με τα χέρια του και βοήθησε την Εύα που όντας σπορτίφ περιστασιακά, αλλά μόνο για μεγάλες περιστάσεις, δεν είχε καμία δυσκολία να περάσει από την άλλη πλευρά. Ο Τζων σκαρφάλωσε με τη σειρά του τα κάγκελα και ξανάπεσε ελαφρά στο πεζοδρόμιο όπου τον περίμενε η Εύα, με το σάκο στο χέρι. Χωρίς να χάσουν στιγμή, έτρεξαν προς το αυτοκίνητο. Η Εύα είχε διαλέξει την Τζάγκουαρ. Ήταν γρήγορη.

– Έχεις τα κλειδιά; ψιθύρισε ο Τζων.

Η Εύα του τα πέταξε. Σφηνωμένη πάνω στους τροχούς της, η Αγγλίδα με το σκουροπράσινο φόρεμά της περίμενε να βάλουν μπρος τους κυλίνδρους της. Η Εύα έριξε το σάκο στο πίσω κάθισμα και ακούμπησε το πακέτο στα γόνατά της.

Η Τζάγκουαρ άφησε τη θέση της στο πεζοδρόμιο, έκανε το γύρο του οικοδομικού τετραγώνου και κατέβηκε το Ήντεν Τέρας με χαμηλή ταχύτητα. Ο Τζων είχε κολλημένα τα μάτια του στο καθρεφτάκι, αλλά δεν τους ακολούθησε κανένα αυτοκίνητο. Σάυμοντσ Στρητ. Αστική έρημος που τη χάιδευε ένα ελαφρύ αεράκι, τρυφερό σαν πέταλο λουλουδιού. Ο Τζων άλλαξε ταχύτητα και έστριψε στα φανάρια της Νιου Νορθ Ρόουντ. Η Εύα χάζευε τα χριστουγεννιάτικα δέντρα κατά μήκος των δρόμων. Το άρωμα βανίλιας διαχεόταν από τα μαλλιά της στο εσωτερικό του αυτοκινήτου. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης κοιμούνταν τον ύπνο του δικαίου.

– Πιστεύεις ότι θα μας βρουν οι μπάτσοι;
– Μπά…

* ΧΑΚΑ – Από τη Σάγκα Μαορί, Caryl Ferey, μετάφραση Αργυρώ Μακάροφ, εκδ. ΑΓΡΑ

Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκε ποτέ*

«Τι θα ήθελες να ακούσεις;»
«Μπιτλς;»
«Σικάγο;»
«Φόρμουλα V;»
«Λος Πάσος;»
«Κρίντενς;»
«Αχά, Κρίντενς», ήταν για άλλη μια φορά η συμφωνία. Εδώ και χίλια χρόνια τους άρεσε να ακούν τη συμπαγή φωνή του Τζον Φόγκερτι και τις πρωτόγονες κιθάρες των Κρίντενς Κλίαργουοτερ Ριβάιβαλ.
«Παραμένει πάντα η καλύτερη εκτέλεση του Proud Mary».
«Αυτό δεν χωράει καν συζήτηση».
«Τραγουδάει σαν να είναι μαύρος, ή μάλλον όχι: τραγουδάει σαν να είναι Θεός, γαμώτο… Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκε ποτέ».

Ο Κόντε κοίταξε τον Κάρλος, αλλά ο Κοκκαλιάρης, σαν να μην είχε πει τίποτα, ασχολιόταν με το να βάλει το σιντί στη σωστή του θέση, να πατήσει το πλήκτρο που το κατάπινε και κατόπιν εκείνο που προορίζονταν να κάνει το μηχάνημα να παίξει τη μουσική.
Η ιδέα ήταν της Ντουλσίτα: θα γιόρταζαν τα γενέθλια με τον κλασσικό τρόπο, με τις καλύτερες ρητορείες του στιλ που αποκαλούσαν «τσιτσί» και το οποίο, κατ’ αυτήν, ακολουθούσαν πολύ στο Μαϊάμι. Με την εξαίρεση των τιμώμενων προσώπων και του Κόντε, οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένης της γριάς Χοσεφίνα, θα κατέφθαναν όλοι μαζί, κάποιοι με το αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει αυτή, άλλοι με την καμπριολέ Μπελ Ερ του Γιόγι, με τα κλάξον να ηχούν. Θα έμπαιναν στο σπίτι με μπαλόνια στα χέρια, μυτερά καπέλα στο κεφάλι, μπουκέτα με λουλούδια και με την τούρτα, στεφανωμένη με τα πενήντα δύο κεριά, ήδη αναμμένα. Και όλα αυτά θα τα έκαναν τραγουδώντας το Happy Birthday to You. Η τούρτα των γενεθλίων ήταν χωρισμένη σε δύο μισά: το ένα καλυμμένο με γαλάζια μαρέγκα για την Ταμάρα και το άλλο με κρέμα σε μια απόχρωση βιολετιά για την Αϊμάρα, και τη διέσχιζαν τα λευκά γράμματα της επιγραφής του απαραίτητου «Χρόνια πολλά», αυτή τη φορά όμως με ένα δύο στην άκρη, τον αριθμό που αναλάμβανε να υψώσει στο τετράγωνο τις ευχές.

*Αιρετικοί, Λεονάρδο Παδούρα, εκδ. Καστανιώτη

Εξαιτίας των ρολογιών*

Η Ντεντέ μπαίνει μ’ ένα πακέτο και κοιτά τον Τζόνυ.
– Έχεις πιο ψηλό πυρετό. Τηλεφώνησα στο γιατρό, θά’ρθει στις δέκα. Λέει να καθίσεις ήσυχος.
– Εντάξει, σύμφωνοι, όμως πρώτα πρέπει να διηγηθώ στον Μπρούνο για το μετρό. Τις προάλλες κατάλαβα ξεκάθαρα το τι συνέβαινε. Βάλθηκα να σκέφτομαι τη γριά μου, ύστερα τη Λαν και τα παιδιά, και φυσικά στη στιγμή μου φάνηκε πως περπατούσα στη γειτονιά μου, κι έβλεπα τα πρόσωπα των μικρών παιδιών εκείνου του καιρού. Δεν ήταν ότι σκεφτόμουνα, θαρρώ πως κιόλας σου έχω πει πολλές φορές ότι εγώ ποτέ δε σκέφτομαι. Είμαι σαν αραγμένος σε μια γωνία κοιτώντας να περνάει αυτό που σκέφτομαι, αλλά δε σκέφτομαι αυτό που βλέπω. Καταλαβαίνεις; Ο Τζιμ λέει πως είμαστε όλοι ίδιοι, πως γενικά (έτσι λέει) δε σκέφτεται κανείς τον εαυτό του. Ας πούμε πως είναι έτσι, το θέμα είναι πως εγώ είχα πάρει το μετρό στο σταθμό του Σαιν-Μισέλ κι αμέσως βάλθηκα να σκέφτομαι τη Λαν και τα παιδιά και να βλέπω τη γειτονιά. Μόλις κάθισα βάλθηκα να τους σκέφτομαι. Αλλά συγχρόνως είχα συνείδηση πως βρισκόμουν στο μετρό και είδα πως ύστερα από ένα λεπτό περίπου φτάναμε στο Οντεόν και πως ο κόσμος έμπαινε και έβγαινε. Τότε εξακολούθησα να σκέφτομαι τη Λαν και είδα τη γριά μου όταν γύριζε από τα ψώνια κι άρχισα να τους βλέπω όλους και να βρίσκομαι μαζί τους μ’ έναν τρόπο πολύ όμορφο που είχα πολύ καιρό να νιώσω έτσι. Οι αναμνήσεις είναι πάντα μια αηδία, αλλά τούτη τη φορά μου άρεσε να σκέφτομαι τα παιδιά και να τα βλέπω. Αν αρχίσω να σου λέω όλα όσα είδα δεν πρόκειται να τα πιστέψεις γιατί θα ‘παιρνε ώρα. Κι αυτό παραλείποντας της λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, για να σου πω ένα μονάχα πράγμα, έβλεπα τη Λαν μ’ ένα πράσινο φόρεμα που έβαζε όταν πήγαινε στο Club 33, όπου έπαιζα με τον Χαμπ. Έβλεπα το φόρεμα με κάτι κορδέλες, ένα φιόγκο, κάτι σαν κέντημα στα πλάγια, ένα γιακά… Όχι συγχρόνως, παρά σαν να γυρόφερνα στην πραγματικότητα το φόρεμα της Λαν και να το κοίταζα αργά αργά. Κι ύστερα κοίταξα το πρόσωπο της Λαν και κείνα των παιδιών, κι ύστερα θυμήθηκα τον Μάικ που έμενε στο πλαϊνό δωμάτιο, και πώς ο Μάικ μου είχε διηγηθεί την ιστορία με κάποια άγρια άλογα στο Κολοράντο, κι εκείνον που δούλευε σ’ ένα ράντσο και μιλούσε προτείνοντας το στήθος όπως οι δαμαστές των αλόγων…
– Τζόνυ, είπε η Ντεντέ από τη γωνία της.
– Πρόσεξε, δε σου διηγούμαι παρά ένα κομματάκι απ’ όλα όσα σκεφτόμουν και έβλεπα. Πόση ώρα έκανα να σου πω αυτό το κομματάκι;
– Δεν ξέρω ας πούμε κάπου δύο λεπτά;
– Ας πούμε κάπου δύο λεπτά, ξαναλέει ο Τζόνυ. Δύο λεπτά και σου έχω πει ένα κομματάκι, τίποτα άλλο. Αν σου έλεγα όλα όσα είδα να κάνουν τα παιδιά και πώς ο Χαμπ έπαιζει το Save It, Pretty Mamma κι εγώ άκουγα κάθε νότα, καταλαβαίνεις, κάθε νότα, και ο Χαμπ δεν είναι από εκείνους που κουράζονται, κι αν σου έλεγα πως άκουσα ακόμη και τη γριά μου να λέει μια ατέλειωτη πεοσευχή που μιλούσε για λάχανα, μου φαίνεται, ζητούσε συγχώρεση για μένα και το γέρο μου κι έλεγε κάτι για κάποια λάχανα… Λοιπόν, αν σ’ τα ‘λεγα με λεπτομέρειες όλα αυτά, θα περνούσαν περισσότερα από δύο λεπτά, ε Μπρούνο;

– Αν πράγματι άκουσες και είδες όλα αυτά θα περνούσε ένα γεμάτο τέταρτο της ώρας, του είπα γελώντας.
– Θα περνούσε ένα γεμάτο τέταρτο της ώρας, ε Μπρούνο; Τότε να μου πεις πώς γίνεται και ξαφνικά νιώθω πως το μετρό σταματάει και φεύγω απ’ τη γριά μου και τη Λαν κι απ’ όλα εκείνα, και βλέπω πως βρισκόμαστε στο Σαιν-Ζερμαίν-ντε-Πρε, που απέχει ακριβώς ενάμισι λεπτό από το Οντεόν.
Ποτέ δεν με απασχολούν ιδιαίτερα αυτά που λέει ο Τζόνυ, αλλά τώρα, με τον τρόπου που με κοιτάζει, νιώθω ρίγος.
– Μόλις ενάμισι λεπτό με το χρόνο το δικό σου και το χρόνο το δικό της, λέει μνησίκακα ο Τζόνυ. Και ακόμη με το χρόνο του μετρό και του ρολογιού μου, καταραμένα να ‘ναι. Τώρα πως γίνεται κι εγώ σκεφτόμουνα ένα τέταρτο της ώρας, ε Μπρούνο; Πώς μπορείς να σκέφτεσαι ένα τέταρτο της ώρας σ’ ενάμισι λεπτό; Σου ορκίζομαι πως εκείνη την ημέρα δεν είχα καπνίσει ούτε ένα κομματάκι ούτε ένα φυλλαράκι, προσθέτει σαν παιδί μικρό που απολογείται. Και ύστερα μου ξανασυνέβη, τώρα αρχίζει να μου συμβαίνει παντού. Αλλά, προσθέτει πονηρά, μόνο μέσα στο μετρό μπορώ να καταλάβω γιατί το να ταξιδεύω με το μετρό είναι σαν να’μαι βαλμένος μέσα σ’ ένα ρολόι. Οι στάσεις είναι τα λεπτά, καταλαβαίνεις, είναι ο χρόνος, ο δικός σας, του τώρα· αλλά εγώ ξέρω πως υπάρχει άλλος κι έκατσα και σκέφτηκα, σκέφτηκα…
Σκεπάζει το πρόσωπο με τα χέρια και τρέμει. Θα ήθελα να έχω ήδη φύγει, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω για να τους αποχαιρετίσω χωρίς να στενοχωρηθεί ο Τζόνυ, γιατί είναι φοβερά ευαίσθητος με τους φίλους του. Αν συνεχίσει έτσι, θα την έχει άσκημα, τουλάχιστον με την Ντεντέ δεν πρόκειται να μιλάει γι’ αυτά τα πράγματα.
– Μπρούνο, αν μπορούσα μονάχα να ζω όπως εκείνες τις στιγμές ή όπως όταν παίζω, που και τότε ο χρόνος αλλάζει… Καταλαβαίνεις τι θα μπορούσε να συμβεί σ’ ενάμισι λεπτό… Τότε ένας άνθρωπος, όχι μονάχα εγώ, αλλά αυτή, κι εσύ, και όλα τα παιδιά θα μπορούσαμε να ζήσουμε χίλιες φορές περισσότερο απ’ όσο ζούμε εξαιτίας των ρολογιών, της μανίας των λεπτών και του μεθαύριο…

*Ο Κυνηγός, Χούλιο Κορτάσαρ, μετ. Μάγια Μαρία Ρούσσου, εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ