More to confirm my state of mind than change it,  I returned to the bedroom and grimly picked up my flute. The piece I intended to play, dog-eared and stained, was already on the music stand, Bach’s Sonata No. 1 in B minor. The lovely opening Andante, a series of lilting apreggios, requires a flawless breathing technique to make sense of the phrasing, yet from the beginning I am snatching furtively at breaths like a supermarket shop-lifter, and the coherence of the piece becomes purely imaginary, remembered from gramophone recordings and superimposed over the present. At bar fifteen, four and a half bars into the Presto, I fumble over the octave leaps but I press on, a dogged, failing athlete, to finish the first movement short of breath and unable to hold the last notes in full length. Because I catch most of the right notes in the right order, I regard the Allegro as my showpiece. I play it with expressionless aggression. The Adagio, a sweet thoughtful melody, illustrates to me every time I play it how out of tune my notes are, some sharp, some flat, none sweet, and the semi-demi quavers are always mis-timed. And so to the two Minuets at the end which I play with dry, rigid persistence, like a mechanical organ turned by a monkey. This was my performance of Bach’s Sonata unaltered now in its details for as long as I could remember.

I sat down on the edge of the bed and almost immediately stood up again. I went to the balcony to look once more at the foreign city. Out on one of the lawns a small girl picked up a smaller girl and staggered a few steps with her. More futility. I went inside and looked at the alarm clock in the bedroom. Eleven forty. Do something, quick! I stood by the clock listening to its tick. I went from room to room without really intending to, sometimes surprised to find that I was back in the kitchen again fiddling with the cracked plastic handle of the wall can-opener.  I went into the living room and spent twenty minutes  drumming with my fingers on the back of a book. Towards the middle of the afternoon I dialled the time and set the clock exactly. I sat on the lavatory a long time and decided then not to move till I had planned what to do next. I remained there over two hours, staring at my knees till they lost their meaning as limbs. I thought of cutting my fingernails, that would be a start. But I had no scissors! I commenced to prowl from room to room once more, and then, towards the middle of the evening, I fell asleep in an armchair, exhausted with myself.

*απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής «In Between The Sheets» του Ian McEwan, εκδ. Vintage


Με σιδερένιο σκήπτρο*

«Δεν ξέρω τι θα κάνεις, το νου σου μην ξυπνήσεις τη γάτα».
«Άσε με να χαρείς»
«Δεν κατάλαβες. Σήμερα έπαιξα Μπαχ στη γάτα. Δοκίμαζα μια σονάτα για βιολί δίχως ακκομπανιαμέντο, δεν καταλαβαίνεις; Δικαιούται κι αυτή την ησυχία της, αν το δεις απ’ τη δική της πλευρά. Δεν παρασταίνω δηλαδή πως εγώ μπορώ να το δω απ’ τη δική της άποψη. Παρότι εγώ με τη γάτα έχω ένα δέσιμο που ούτε φαντάζεσαι. Έχουμε πολλά κοινά».
«Βρε τι πάθαμε», είπε ο Πητ.
Ο Λεν γύρισε το κλειδί στην πόρτα. Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η γάτα ξαπλωμένη στην πολυθρόνα. Σήκωσε το κεφάλι της.
«Ξύπνια είναι».
«Τώρα αποκλείεται να ξανακοιμηθεί», είπε ο Πητ και κάθησε. «Μπορεί εσένα να σε ημερεύει ο Μπαχ, τη γάτα όμως την αγριεύει».
«Δεν καταλαβαίνω γιατί», είπε ο Λεν.
Έσπρωξε τη γάτα απ’ την καρέκλα. Μ’ ένα βελουδένιο γδούπο βρέθηκε στο πάτωμα, με καρφωμένη τη ματιά στο Πητ, η ουρά της να πηγαίνει μια από δω, μια από κει.
«Εσύ μπορεί να μην κατανοείς τη στάση της, αλλά νομίζω, εκείνη καταλαβαίνει άριστα τη δική μου».
«Εννοείς, τη δική σου στάση ως προς τη γάτα;»
«Η στάση η δικιά μου;» είπε ο Πητ. «Την έχω χεσμένη -ιδού η στάση μου. Δεν ασχολούμαι σχεδόν, την περιφρονώ, τη στολίζω με ό,τι θα ‘ταν αταίριαστο για τον ευεργέτη της, εμένα».
«Κρίμα. Πολύ λυπηρό, κρίμα».
«Κοίτα να σου πω! Κάθε έξυπνος άνθρωπος θα ‘ταν φιλύποπτος απέναντι σε μια γάτα με ροπή στα μαθηματικά και στη μουσική και που, με βάση αυτά τα δήθεν προσόντα, στέφει τον εαυτό της βασιλέα της παρέας».
«Είπες φιλύποπτος ή καχύποπτος;»
«Φιλύποπτος είπα».
«Νόμιζα πως είπες καχύποπτος».
Η γάτα καθισμένη στο χαλί έγλειφε τις πατούσες της.
«Η γάτα δεν είναι πλέον το ζώο που ξέραμε», είπε ο Πητ. «Κοίταξέ την. Σαν νότα σε πεντάγραμμο. Δέκατο έκτο».
«Ε, μην τα φορτώνουμε όλα στον Μπαχ».
«Γιατί όχι; Αυτή κυβερνάει εδώ μέσα. Με σιδερένιο σκήπτρο».

*Οι Νάνοι, Χάρολντ Πίντερ, εκδ. Καστανιώτη