Νυχτερινό*

Αν ο κόμης προσπαθούσε να εξηγήσει στον Βασίλι πως στα χρυσά μας χρόνια το πέρασμα του χρόνου είναι ενίοτε τόσο γοργό που δεν αφήνει παρά ένα αχνό αποτύπωμα στη μνήμη μας, σχεδόν σαν να μην έχει συμβεί ποτέ – αυτό που επακολούθησε ήταν ένα τέλειο παράδειγμα.
Γιατί τα τρία λεπτά που μεσολάβησαν από την υπέροχη συζήτηση στο γραφείο του θυρωρού μέχρι να βρεθεί στην αίθουσα χορού, όπου άρπαξε ένα κάθαρμα από τα πέτα, πέρασαν εν ριπή οφθαλμού. Για την ακρίβεια, πέρασαν τόσο γρήγορα, ώστε ο κόμης δεν θυμόταν καν ότι είχε πετάξει τις αποσκευές από τα χέρια του Γκρίσα καθώς εφορμούσε προς την αίθουσα. Ούτε πως είχε ανοίξει την πόρτα διάπλατα φωνάζοντας «Αχά!», ούτε πως είχε τραβήξει τον επίδοξο Καζανόβα από το καναπεδάκι που καθόταν και κρατούσε το χέρι της Σοφίας.
Όχι, ο κόμης δεν θυμόταν τίποτε από όλα αυτά. Επειδή, όμως, έπρεπε παράλληλα να εξασφαλιστεί η ουράνια ισορροπία και η σταθερότητα του σύμπαντος, εκείνος ο αχρείος μυστακιοφόρος με το βραδινό σακάκι θα θυμόταν κάθε δευτερόλεπτο που θα επακολουθούσε σε όλη τη ζωή του.
«Εξοχότατε», εκλιπαρούσε, καθώς ταλαντευόταν στον αέρα. «Έγινε μια τρομερή παρεξήγηση!»
Κοιτάζοντας το τρομαγμένο πρόσωπο πάνω από τις γροθιές του, ο κόμης τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε καμία παρεξήγηση. Ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία ο τύπος που κουνούσε τόσο χαρωπά την μπαγκέτα του στην εξέδρα του Πιάτσα. Και παρόλο που ήξερε να προσφωνεί σωστά και με τον κατάλληλο τόνο, δεν έπαυε να είναι μια οχιά τόσο φαρμακερή όσο και κάθε οχιά που είχε ξεμυτίσει ποτέ μέσα από τα θάμνα από καταβολής Εδέμ.
Ανεξάρτητα από τον βαθμό φαυλότητας του εν λόγω, η τρέχουσα κατάσταση έθετε σαφώς ένα πρόβλημα. Διότι από τη στιγμή που έχεις αρπάξει έναν άθλιο από τα πέτα και τον έχεις σηκώσει στον αέρα, τι τον κάνεις; Τουλάχιστον όταν έχεις σβερκώσει κάποιον, μπορείς να τον πας μέχρι την πόρτα και να τον πετάξεις από τις σκάλες. Όταν τον κρατάς από τα πέτα, όμως, δεν είναι τόσο εύκολο να τον ξεφορτωθείς. Προτού προλάβει ο κόμης να λύσει αυτόν τον γρίφο, η Σοφία του έβαλε και δεύτερο.
«Μπαμπά! Τι κάνεις;»
«Πήγαινε στο δωμάτιό σου, Σοφία. Αυτός ο κύριος κι εγώ έχουμε να συζητήσουμε ορισμένα πράγματα -προτού αρπάξει το ξύλο της ζωής του»
«Το ξύλο της ζωής του; Μα ο Βίκτορ Στεπάνοβιτς είναι ο δάσκαλός μου».
Κρατώντας το ένα μάτι στο κάθαρμα, ο κόμης κοίταξε την κόρη του με το άλλο. «Ο… ποιος σου;»
«Ο δάσκαλός μου. Με διδάσκει πιάνο».
Ο υποτιθέμενος δάσκαλος κούνησε το κεφάλι του τέσσερις φορές απανωτά.
Χωρίς να αφήσει τα πέτα του αγύρτη, ο κόμης έγειρε το κεφάλι του πίσω, έτσι ώστε να εξετάσει το σκηνικό με λίγο περισσότερη προσοχή. Τώρα που το ξαναέβλεπε πιο προσεχτικά, το διθέσιο καναπεδάκι που τους είχε δει να κάθονται, στην πραγματικότητα φαινόταν να είναι το ταμπουρέ ενός πιάνου. Και στο σημείο που ήταν πλεγμένα τα χέρια τους υπήρχε μια ολόισια σειρά πλήκτρα από ελεφαντόδοντο.
Ο κόμης τον άρπαξε πιο σφιχτά.
«Ώστε αυτό είναι το παιχνίδι σου, ε; Αποπλανάς τις κοπέλες παίζοντάς τους σουίνγκ;»
Ο υποτιθέμενος δάσκαλος του πιάνου τον κοίταξε για λίγο κατάπληκτος.
«Κατηγορηματικά όχι, εξοχότατε. Ποτέ δεν έχω παρασύρει καμία δεσποινίδα με σουίνγκ. Κλίμακες και σονάτες παίζουμε. Εγώ είμαι απόφοιτος του Ωδείου και κάτοχος του μεταλλίου Μουσόρσκι. Δουλεύω στο εστιατόριο για λόγους βιοπορισμού». Εκμεταλλευόμενος τον δισταγμό του κόμη, έδειξε το πιάνο με το κεφάλι του. «Επιτρέψτε μας να σας δείξουμε. Σοφία, δεν παίζεις το νυχτερινό που μαθαίναμε;»
Το νυχτερινό;…

«Όπως επιθυμείτε, Βίκτορ Στεπάνοβιτς», απάντησε ευγενικά η Σοφία και πήγε στο πιάνο για να τακτοποιήσει τις παρτιτούρες της.
«Μήπως…» είπε ο δάσκαλος του πιάνου στον κόμη νεύοντας πάλι προς το πιάνο. «Αν θα είχατε την καλοσύνη…»
«Ω!» έκανε ο κόμης. «Ναι, φυσικά».
Τον άφησε να πατήσει κάτω και ίσιωσε τα πέτα του στα γρήγορα.
*Ένας Τζέντλεμαν στη Μόσχα, Amor Towles, εκδ. διόπτρα
μετάφραση Ρηγούλα Γεωργιάδου

Η αισθητική δεν προχωρά ποτέ μόνη της*

«Είναι το περίφημο βιολί;» ρώτησε δείχνοντας τη γωνία του δωματίου με το μολύβι της.
«Περίφημο;»
«Περίφημο».
«Ε, ναι, λοιπόν».
«Μην το αφήσεις εδώ. Σοβαρά τώρα…»
«Μην ανησυχείς, θα το πάρω μαζί μου στο μάθημα».
«Δεν φαντάζομαι να έχεις σκοπό να παίξεις μπροστά στους…» είπε εύθυμα.
«Όχι, φυσικά και όχι».

Ή μάλλον ναι. Γιατί όχι; Το αποφάσισε ξαφνικά, όπως τότε που ζήτησε από τη Λάουρα να τον συνοδεύσει στη Ρώμη ως δικηγόρος του. Η Λάουρα τον ωθούσε σε παρορμητικές κινήσεις.
Ο Αντριά Αρντέβολ, στο μάθημα Ιστορίας των αισθητικών ιδεών του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης, είχε το θράσος να ξεκινήσει το πρώτο μάθημα του δεύτερου εξαμήνου παίζοντας την Παρτίτα υπ’ αριθμόν ένα με το Στοριόνι του. Είναι σίγουρο ότι κανένας από τους τριάντα πέντε φοιτητές δεν αντιλήφθηκε τα πέντε ασυγχώρητα λάθη του, ούτε τη στιγμή που μπερδεύτηκε και αναγκάστηκε να αυτοσχεδιάσει στο Tempo di Borea. Κι όταν τελείωσε, τακτοποίησε προσεκτικά το βιολί στη θήκη του, το άφησε στο τραπέζι και είπε τι σχέση πιστεύετε ότι υπάρχει μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και σκέψης. Και κανείς δεν τόλμησε να απαντήσει, γιατί που να ξέρω, γαμώτο.

«Τώρα φανταστείτε πως βρισκόμαστε στο χίλια επτακόσια είκοσι».
«Γιατί;» ρώτησε ένα μουσάτο αγόρι που καθόταν στο βάθος, απομονωμένο από τους άλλος, ίσως για να μην κολλήσει τίποτα.
«Είναι η χρονιά που ο Μπαχ συνέθεσε το κομμάτι που μόλις σκότωσα».
«Και υποτίθεται ότι η σκέψη αλλάζει;»
«Εσύ κι εγώ, πάντως, θα φορούσαμε περούκα».
«Μα αυτό δεν αλλάζει τη σκέψη».
«Δεν την αλλάζει; Άντρες και γυναίκες με περούκες, καλσόν και τακούνια…»
«Επειδή η αισθητική του δεκάτου όγδοου αιώνα διέφερε απ’ τη σημερινή».
«Μόνο η αισθητική; Τον δέκατο όγδοο, αν δεν κυκλοφορούσες με περούκα, μακιγιαρισμένος, με τακούνια και καλσόν δεν σ’ άφηναν να μπεις σε σαλόνι. Σήμερα ένα μακιγιαρισμένο άντρα με περούκα, καλσόν και τακούνια τον κλείνουμε στη φυλακή χωρίς να τον ρωτήσουμε».
«Μήπως αυτό έχει να κάνει με την ηθική;»
Ήταν μια ντροπαλή φωνή στην πρώτη σειρά, η φωνή μιας κοπέλας που έμοιαζε με οδοντογλυφίδα. Ο Αντριά, που προχωρούσε ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων γύρισε πίσω.
«Μου αρέσεις», είπε. Και η κοπέλα κοκκίνησε, παρότι δεν είχα τέτοια πρόθεση. «Η αισθητική, έστω κι αν επιμένει, δεν προχωρά ποτέ μόνη της».
«Όχι;»
«Όχι. Διαθέτει μια μεγάλη ικανότητα να συμπαρασύρει κι άλλες μορφές σκέψης.
«Δεν καταλαβαίνω».

Τέλος πάντων, ήταν ένα μάθημα που με βοήθησε να θέσω τις βάσεις όσων θα ανέλυα για μερικές βδομάδες. Κι υπήρχαν στιγμές που ξεχνούσα ακόμα και το ότι στο σπίτι ζούσαμε μες στη σιωπή, η Σάρα κι εγώ. Ο Αντριά λυπήθηκε που δεν βρήκε τη Λάουρα στο γραφείο, όταν πήγε να πάρει τα πράγματά του, διότι θα ήθελε να της διηγηθεί τον θρίαμβο της ιδέας της.

*Confiteor, Ζαουμέ Καμπρέ, μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός, εκδόσεις Πόλις

«Γράψ’ το»*

«Όταν γευτείς την ομορφιά της τέχνης, η ζωή αλλάζει. Όταν ακούσεις τη Χορωδία Μοντεβέρντι, η ζωή αλλάζει. Όταν θαυμάσεις Βερμέερ από κοντά, η ζωή αλλάζει· όταν διαβάζεις Προυστ, δεν είσαι πια ο ίδιος. Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί».

«Γράψ’ το».

«Δεν είμαστε παρά συμπτώσεις».

«Τι;»

«Θα ήταν πιο εύκολο αν δεν υπήρχαμε, κι όμως υπάρχουμε».

«…»

«Από γενιά σε γενιά, φρενήρεις χοροί εκατομμυρίων σπερματοζωαρίων που κυνηγούν ωάρια, τυχαίες συλλήψεις, θάνατοι, καταστροφές… Και τώρα είμαστε εδώ, εσύ κι εγώ, ο ένας μπροστά στον άλλο, σαν να μην μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Σαν να υπήρχε η δυνατότητα ενός και μόνο γενεαλογικού δέντρου».

«Ε, ναι. Λογικό δεν είναι;»

«Όχι. Είναι μια κωωλοσύμπτωση».

«Έλα, τώρα…»

«Κι είναι ακόμα μεγαλύτερη κωωλοσύμπτωση ότι ξέρεις να παίζεις βιολί τόσο καλά».

«Εντάξει. Αλλά…» Σιωπή. «Αυτό που λες φέρνει ζάλη, αν το σκεφτείς, δεν νομίζεις;»

«Ναι. Και, τότε, προσπαθούμε να επιβιώσουμε μέσα στο χάος χάρη στην τάξη της τέχνης».

«Θα έπρεπε να το γράψεις αυτό, συμφωνείς;» τόλμησε να πει ο Μπερνάτ πίνοντας μια γουλιά τσάι.

«Η δύναμη της τέχνης έγκειται στο έργο τέχνης, ή μάλλον στην εντύπωση που προκαλεί στο άτομο; Τι πιστεύεις;»

«Ότι πρέπει να το γράψεις», επέμενε η Σάρα, λίγες μέρες αργότερα. «Έτσι θα το ξεκαθαρίσεις».

«Γιατί με παραλύει ο Όμηρος; Γιατί μου κόβεται η ανάστα στο Κουιντέτο για Κλαρινέτο του Μπραμς;»

«Γράψ’το», του είπε αμέσως ο Μπερνάτ. «Θα μου κάνεις χάρη, γιατί κι εγώ θέλω να μάθω».

«Πως γίνεται να είμαι ανίκανος να γονατίσω μπροστά σε οποιονδήποτε και, αντίθετα, όταν ακούω την Ποιμενική του Μπετόβεν, να μην έχω κανένα ενδοιασμό να υποκλιθώ;»

«Η Ποιμενική δεν είναι και πολύ πρωτότυπο έργο».

«Αφού το λες εσύ. Ξέρεις από που εμπνεύστηκε ο Μπετόβεν; Απ’ τις εκατόν τέσσερις συμφωνίες του Χάυντν».

«Κι απ’ τις σαράντα μία του Μότσαρτ».

«Σωστά, αλλά ο Μπετόβεν κατάφερε να συνθέσει μόνο εννιά. Γιατί όλες, ή σχεδόν όλες, βρίσκονται σε άλλο επίπεδο ηθικής πολυπλοκότητας».

«Ηθικής;»

«Ηθικής».

«Γράψ’ το».

«Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε το έργο τέχνης, αν δεν μελετήσουμε την εξέλιξή του». Βούρτσισε τα δόντια και ξέπλυνε το στόμα του. Καθώς σκουπιζόταν με την πετσέτα, φώναξε από την ανοιχτή πόρτα της τουαλέτας: «Πάντα όμως χρειάζεται να επέμβει η διάνοια του καλλιτέχνη, που το κάνει, ακριβώς, να εξελίσσεται».

«Άρα η δύναμη έγκειται στο άτομο», απάντησε η Σάρα από το κρεβάτι, χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει το χασμουρητό της.

«Δεν ξέρω. Ο Βαν ντε Βάιτεν, ο Μονέ, ο Πικάσο, ο Παρόλο. Είναι μια δυναμική γραμμή, που ξεκινά απ’ τις σπηλιές της χαράδρας της Βαλτόρτα και δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, αφού εξακολουθεί να υπάρχει η ανθρωπότητα».

«Γράψ’το». Ο Περνά τέλειωσε το τσάι του, έπειτα από μερικές μέρες, και άφησε προσεκτικά το φλιτζάνι στο πιατάκι. «Ε;»

«Είναι η ομορφιά;»

«Τι;»

«Φταίει η ομορφιά; Τι σημαίνει ομορφιά;»

«Δεν ξέρω, αλλά μπορώ να την αναγνωρίσω. Γιατί δεν το γράφεις;» επανέλαβε ο Περνά κοιτάζοντας τον στα μάτια.

«Ο άνθρωπος καταστρέφει τον άνθρωπο, και συνθέτει επίσης τον Χαμένο Παράδεισο».

«Είναι μυστήριο, όντως. Πρέπει να το γράψεις».

*Confiteor, Ζαουμέ Καμπρέ, μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός, εκδόσεις Πόλις

Πάμε.*

– Πάμε.

Η Εύα άφησε το λαμπτήρα αλογόνου του σαλονιού λίγο να φέγγει· ύστερα, μοιάζοντας να είχε ξεχάσει κάτι, επέστρεψε στην κουζίνα. Ο Τζων άρπαξε τον ταξιδιωτικό σάκο και περνώντας μπροστά από το εντυπωσιακό γιαπωνέζικ ηχοσύστημα, διάλεξε ένα CD και το έβαλε στη θέση «repeat».

Όταν η Εύα επέστρεψε από την κουζίνα, από το μπουφάν της προεξείχε ένα πακέτο, και ο Βάγκνερ κλαψούριζε μακρόσυρτα μοιρολόγια. Τριστάνος και Ιζόλδη. Λόγο κορόιδεμα για την αστυνομία που δεν θα αργούσε να ξκατακλύσει το χώρο.

Το έσκασαν από τη μπαλκονόπορτα του σαλονιού, σαν κάτι να τους ρούφηξε.

Έξω, όλα έμοιαζαν ήρεμα. Οι ήχοι της νύχτας διασταυρώνονταν με αυτούς των θάμνων του κήπου και των φυλλωμάτων των δέντρων· αναμεμειγμένοι οι ήχοι ακούγονταν σαν χειροκροτήματα ενθουσιωδών θαυμαστών. Όσο για το μπάσταρδο, κοιμόταν στο σπιτάκι του. Και αυτό το βράδυ, όπως κάθε μέρα.

Οι εραστές αφουγκράζονταν την παραμικρή κίνηση, γλιστρούσαν κάτω από τα κλαδιά. Σαν να ξαναγυρίζεις στην παιδική ηλικία σου όταν εξαιτίας του σκοταδιού επινοείς σενάρια για το φόβο που θέλεις να κατανικήσεις, παρά τα πέντε σου χρόνια.

Ήταν ωραία. Ο Τζων προσχωρούσε μπροστά. Ο λύκος. Οσφραινόταν τον αέρα.–

– Εντάξει, μπορούμε να φύγουμε.

Η Εύα γευόταν κάθε στιγμή. Η νύχτα αυτή θα ήταν κομμάτι των καλύτερων αναμνήσεών της. Ζωντανή, επιτέλους.

Διέσχισαν το οικόπεδο που τους χώριζε από τα κάγκελα. Τώρα θα έπρεπε να σκαρφαλώσουν στο μεταλλικό κιγκλίδωμα – δύο μέτρα υψωμένα προς τον μωβ ουρανό. Στο δρόμο κανείς. Ούτε ένας οδηγός παρκαρισμένος, να διαβάζει εφημερίδα ανάποδα, κάτω από το χαμηλό φως. Μόνο τα χρώματα των φανοστατών πάνω στο πεζοδρόμιο και μια βαριά σιωπή από μέρους του φεγγαριού.

Ο Τζων έκανε σκαλοπάτι με τα χέρια του και βοήθησε την Εύα που όντας σπορτίφ περιστασιακά, αλλά μόνο για μεγάλες περιστάσεις, δεν είχε καμία δυσκολία να περάσει από την άλλη πλευρά. Ο Τζων σκαρφάλωσε με τη σειρά του τα κάγκελα και ξανάπεσε ελαφρά στο πεζοδρόμιο όπου τον περίμενε η Εύα, με το σάκο στο χέρι. Χωρίς να χάσουν στιγμή, έτρεξαν προς το αυτοκίνητο. Η Εύα είχε διαλέξει την Τζάγκουαρ. Ήταν γρήγορη.

– Έχεις τα κλειδιά; ψιθύρισε ο Τζων.

Η Εύα του τα πέταξε. Σφηνωμένη πάνω στους τροχούς της, η Αγγλίδα με το σκουροπράσινο φόρεμά της περίμενε να βάλουν μπρος τους κυλίνδρους της. Η Εύα έριξε το σάκο στο πίσω κάθισμα και ακούμπησε το πακέτο στα γόνατά της.

Η Τζάγκουαρ άφησε τη θέση της στο πεζοδρόμιο, έκανε το γύρο του οικοδομικού τετραγώνου και κατέβηκε το Ήντεν Τέρας με χαμηλή ταχύτητα. Ο Τζων είχε κολλημένα τα μάτια του στο καθρεφτάκι, αλλά δεν τους ακολούθησε κανένα αυτοκίνητο. Σάυμοντσ Στρητ. Αστική έρημος που τη χάιδευε ένα ελαφρύ αεράκι, τρυφερό σαν πέταλο λουλουδιού. Ο Τζων άλλαξε ταχύτητα και έστριψε στα φανάρια της Νιου Νορθ Ρόουντ. Η Εύα χάζευε τα χριστουγεννιάτικα δέντρα κατά μήκος των δρόμων. Το άρωμα βανίλιας διαχεόταν από τα μαλλιά της στο εσωτερικό του αυτοκινήτου. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης κοιμούνταν τον ύπνο του δικαίου.

– Πιστεύεις ότι θα μας βρουν οι μπάτσοι;
– Μπά…

* ΧΑΚΑ – Από τη Σάγκα Μαορί, Caryl Ferey, μετάφραση Αργυρώ Μακάροφ, εκδ. ΑΓΡΑ

Όπου ο υποδιοικητής Μάρκος συναντά τον ντετέκτιβ Μπελασκοαράν και τον Γκούσταβ Μάλερ*

Αναδημοσιεύουμε από το Kaboom και τη στήλη «Ο γύρος της μέρας σε 80 κόσμους«, μιας και είναι λες και γράφτηκε για το Bar des 13 Coins. 

***

Γράφει ο Anastasius

Νομίζω ότι το καλοκαίρι είναι η κατ’ εξοχήν εποχή των αστυνομικών βιβλίων. Πολλοί αναγνώστες επιτρέπουν στον εαυτό τους αυτή την «ένοχη απόλαυση» αποκλειστικά αυτή την περίοδο του χρόνου.
Στον απόηχο της αινιγματικής ανακοίνωσης του εξεγερμένου υποδιοικητή Μάρκος σχετικά με την απόσυρση του απ’το προσκήνιο του ζαπατιστικού αγώνα, θυμήθηκα το αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει γράψει με τέσσερα χέρια, μαζί με τον Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ: «Ανήσυχοι Νεκροί (κι ό,τι λείπει, λείπει)»

 Στο συναρπαστικό αυτό μυθιστόρημα παρακολουθούμε τις περιπέτειες του θρυλικού ήρωα του Τάιμπο, του ντετέκτιβ Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν να λύσει μαζί με την Επιτροπή Αλήθειας των Ζαπατίστας μία υπόθεση φόνων και εξαφανίσεων που πάει τόσο πίσω, ώστε να διατρέχει όλη τη σύγχρονη πολιτική ιστορία του Μεξικό. Μία ιστορία μυθιστορηματική όσο και αληθινή, αφού είναι γεμάτη από αντανακλάσεις της πραγματικότητας.

Ξεδιάλεξα το παρακάτω απόσπασμα, γιατί όπως η σκηνή στο τζαζ κλαμπ, στο On the road του Keruack, συναισθητικά, αναβλύζει ήχους και δημιουργεί ένα μουσικό υπερκείμενο.

O Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα φάντασμα.

Μια γυναίκα που είχε εξαφανιστεί. Ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο στη ζωή του. Όχι να ερωτεύεται γυναίκες-φαντάσματα, αλλά να εξαφανίζεται η γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος, με την οποία είχε περάσει μεγάλες περιόδους έρωτα και απογοήτευσης τα τελευταία χρόνια.

Η κοπέλα με την αλογοουρά, που δεν ήταν πια τόσο κοπέλα και δεν έπιανε τα μαλλιά της αλογοουρά εδώ και πολύν καιρό, αλλά χτενιζόταν με μία φράτζα μπροστά στο ένα μάτι, σε στυλ Βερόνικα Λέηκ, είχε μερικές υπέροχες άσπρες τρίχες, ήταν καθηγήτρια Φιλοσοφίας και έπινε σφηνάκια τεκίλα. Σύμφωνα με τα μυστηριώδη προγράμματά της, η γυνάικα με την αλογοουρά είχε χαθεί από προσώπου γης. Όυτε καν έκανε τον κόπο, όπως ήταν το συνήθειο, να τον αποχαιρετήσει. Απλώς εξατμίστηκε. Χάθηκε από τη δουλειά της, στο Πανεπιστήμιο είχαν διακοπές, το τηλέφωνο όχι μόνο δεν απαντούσε αλλά είχε βουβαθεί εντελώς και στην πόρτα του διαμερίσματός της στιβάζονταν φάκελοι με διαφημιστικά, λογαριασμοί ηλεκτρικού και τραπεζών, και τεύχη της La Jornada και του Proceso.

Μερικές φορές ο Έκτορ αποδεχόταν αυτές τις εξαφανίσεις σαν υποχρεωτική ανάπαυλα από μία σχέση που δεν μπορούσαν να την προσδιορίσουν σαφώς. Ήταν περιστασιακοί αλλά και τακτικοί εραστές; Ήταν ένα μη σταθερό ζευγάρι με διαστρικές δραπετεύσεις; Παντρεμένοι αλά Μαορί; Ήταν μία σύζευξη, πότε ζεύξη και πότε διάζευξη;

Αυτή τη φορά όμως δεν έπρεπε να εξαφανιστεί έτσι, γιατί χωρίς να το θέλει στεναχώρησε πολύ τον Έκτορ. Τον άφησε πικραμένο και ρημαγμένο, σαν νησί λεηλατημένο από χασάπη πειρατή. Κι ίσως λίγο πιο γέρο απ’ το κανονικό.

Μα πότε ερωτεύτηκε τρελά εκείνη τη γυναίκα, σε σημείο να θέλει να κόψει τις φλέβες του για το χατίρι της; Ήταν μία από τις ξαφνικές ανησυχίες του, ένας απολύτως εφηβικός πόνος για την απουσία που τον κυνηγούσε, οι κινηματογραφικές εικόνες του προσώπου της που έβλεπε όταν ξέπλενε το μούτρο του, όταν έτρωγε τάκος με κιμά ή όταν άκουγε Μάλερ.

Ο Μάλερ. Τι σχέση είχε η πρώην κοπέλα με αλογοουρά με εκείνον τον θαυμάσιο Εβράιο που βασανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα; Είχε γνωρίσει τον Γκούσταβ Μάλερ πολλά χρόνια ύστερα από την κοπέλα με την αλογοουρά. Εκείνη ήρθε πρώτη. Και αυτό που συνέδεε την κοπέλα με τον μουσικό δεν ήταν το adagietto της 5ης Συμφωνίας (πέρασαν μήνες ώσπου ν’ ανακαλύψει ότι το adagietto είναι ένα adagio βλαμμένο, έναadagio που δεν καταφέρνει να πάρει θάρρος, και το adagio είναι μία σύνθεση που ερμηνεύεται αργά) εκείνο που πολύς κόσμος το θυμάται λόγω της ταινίας “Θάνατος στη Βενετία”, του Τόμας Μανν, όπως το απέδωσε ο Βισκόντι.

Η προσαύξηση έρωτα που χάνεται και φεύγει, κύματα στο νερό, και δεν μπορεί κανένας, να πάρει η οργή, να τον περισώσει. Όχι, όχι, δεν ήταν αυτός ο Μάλερ, που του θύμιζε την κοπέλα με την αλογοουρά και τις ένδοξες εμφανίσεις και εξαφανίσεις της. Περιέργως ήταν μιά τρομερή μουσική, μια μεγαλειώδης, μια απέραντη μουσική, που την έιχε ανακαλύψει όταν οι τύποι της Φιλαρμονκής Ορχήστρας της Πόλης του Μεξικό τού ζήτησαν βοήθεια για να ξαναβρούν ένα φορτηγό γεμάτο μουσικά όργανα. Ένα απόγευμα, στα μισά της πρόβας, ο Έκτορ ανακάλυψε σ’ ένα άδειο θέατρο, όπου υπήρχαν μόνο οι μουσικοί και οι ήχοι τους, τον εαυτό του να κλαίει με μια μουσική που τον συγκλόνιζε και τον συντάραζε. Και γι’ αυτό είχε περάσει περισσότερο καιρό στις πρόβες παρά στις έρευνες για το φορτηγό. Ήταν η Ογδόη του Μάλερ.

Ήταν αυτός ο αυτός ο ύμνος στο μεγαλείο των ανθρώπων, που ο Μπελοασκαράν το αισθανόταν σαν κάτι δικό του, μέσα στην αθλιότητα της Πόλης του Μεξικού. Κι εκείνη η γυναίκα είχε σχέση μ’ αυτό. Κι ας μη σε ρωτήσει κανένας, Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, μοναχικές ντετέκτιβ της πιο παραστρατημένης και διεφθαρμένης πόλης του πλανήτη, το γιατί. Ας μη σε ρωτήσουν, γιατί δεν θα ξέρεις τι ν’ απαντήσεις…

Δηλαδή, με νοσταλγία γυναίκας και Μάλερ, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού που χρειαζόταν, άλλαγμα σεντονιών, όπως έκανε τις τελευταίας δεκαπέντε μέρες, κι έβαλε τον Μάλερ και την Ογδόη του στο μηχάνημα. Του έδωσε εντολή να επαναλαμβάνει τον δίσκο μέχρι τελικής πτώσεως και στο μεταξύ κάθισε να κάνει μια επανάληψη της κουβέντας του με τον Κινέζο Φουάνγκ Τσου Μαρτίνεζ, ενώ κάπνιζε ένα τσιγάρο, κι ύστερα άλλο κι άλλο, ώσπου γέμισε το δωμάτιο με καπνό.

* Ανήσυχοι Νεκροί, Κι ό,τι λείπει, λείπει: Αστυνομικό μυθιστόρημα γραμμένο με τέσσερα χέρια , Υποδιοικητής Μάρκος & Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, μετ. Βασιλική Κνήτου, Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. ΑΓΡΑ, ΚΕΔΡΟΣ

Έτοιμη για όλα*

Ο Μίλτος βέβαια, ξέχασα να σας πω. Είχε ένα σκυλάκι, τον Μπουκ, που το λατρευε το σκασμένο γιατί ήτανε πολύ γλυκούλικο, πανέξυπνο και τσαχπίνικο πλασματάκι. Μια φορά το ‘φερε στο μαγαζί κι έτυχε να είναι κι η Νταίζυ εκεί και το μπάνισε και φαίνεται πως το είπε του Σατούρου κι ο μαλάκας πήγε και του ‘ριξε φόλα στο σπίτι του Μίλτου και πάει το σκυλί το ωραίο, το ‘φαγε ο μαύρος χάρος και το βρήκε τέζα το απόγεμα ο Μίλτος με αφρούς στο στόμα του. Ποιος ξέρεις τώρα ποιανού ηλίθια ιδέα ήτανε εκείνη αλλά του Μίλτου του στοίχισε ο θάνατος του Μπουκ κι έκλαιγε σαν μικρό παιδί μια μέρα ολόκληρη και το πήρε απόφαση να τονε καθαρίσει το μαλάκα το Σατούρο και την άλλη την σκρόφα την πηδιόλα την Νταίζυ.
Έβαλε στο youtube ο Μίλτος το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ γιατί ταίριαζε, έπιασε να λαδώνει την καραμπίνα του πατέρα του, την έκοψε μ’ ένα πριόνι και την έκανε κοντόκαννη, πριόνισε και το μπράτσο της, την γέμισε με τρία φυσίγγια κι έβαλε άλλα δέκα μες στην τσέπη του μπουφάν του. Έβαλε τα παπούτσια του και πήγε στο Μάτριξ κατά τις 12 τη νύχτα να πιάσει δουλειά όπως πάντα. Την καραμπίνα την έβαλε μέσα σε μια τσάντα ώμου έτοιμη για όλα.

* Γυμνά Τρόλ, διηγήματα. Στέλιος Παπαγρηγορίου. Εκδόσεις Νεφέλη

***

Θαμώνας του Bar Des 13 Coins, η petroulasep.

Φωτογραφία Νο 7*

Πέρα από τα όσα υπάρχουν στο πράσινο τραπέζι, στη φωτογραφία δεν διακρίνονται άλλα ίχνη φαγητού. Τα βαζάκια στα ράφια δείχνουν άδεια. Είναι από εκείνα τα βαζάκια όπου θα έβαζες τις χειροποίητες μαρμελάδες, αλλά θα μου έκανε τεράστια εντύπωση αν έφτιαχνε ποτέ η Μπέατριξ μαρμελάδα. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι ένα τσίγκινο κουτί είχε τη σαφή ένδειξη «ΑΛΕΥΡΙ» και η ψωμιέρα φέρει περήφανα την επιγραφή «ΨΩΜΙ» μού φαίνεται ιδιαίτερα ειρωνικό: αναφέρονται στο τι θα έπρεπε να περιέχουν, όχι στο τι πραγματικά περιείχαν. Διακρίνεται επίσης ένα ξύλο κοπής, μια ζυγαριά με τα βαρίδια της προσεκτικά τακτοποιημένα δίπλα της, μια χειροκίνητη μηχανή του κιμά στερεωμένη στην άκρη του τραπεζιού, μια μεγάλη καφετιά τσαγιέρα με πράσινες και μπεζ οριζόντιες ρίγες. Όλα φαίνονται ψυχρά και ανέγγιχτα. Αναρωτιέμαι που να ήταν η Μπέατριξ όταν τράβηξα τη φωτογραφία. Μπορεί να είχε πάει στα μαγαζιά -εκείνη την εποχή ήταν χρονοβόρα διαδικασία τα μαγαζιά, οι ουρές για τον χασάπη και τον μανάβη έφταναν έως τα μισά του δρόμου- ή μπορεί απλώς να ήταν δίπλα, στο καθηστικό, εκεί που είχαν το μαύρο τους ραδιόφωνο μάρκας Bakelite συντονισμένο μονίμως στο σταθμό του Ελαφρού Προγράμματος. Η Μπέατριξ ποτέ δεν άκουγε ειδήσεις, ούτε εκπαιδευτικά προγράμματα, ούτε καν τα προγράμματα ποικίλης ύλης. Το μόνο που ήθελε ήταν να ακούει μουσική, μουσική να ρέει από το ραδιόφωνο ασταμάτητα. Ελαφρά, ορχηστρική κυρίως μουσική, απ’ αυτήν που το BBC ανέθετε στους συνθέτες να γράφουν με σαφή στόχο την ανύψωση του ηθικού του κοινού: κομμάτια χαρωπά, ρυθμικά, γρήγορα, που σ’ έκαναν να χαμογελάς και χωρούσαν σε δισκάκια 78 στροφών. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία σε ένα κομμάτι: ο τίτλος του ήταν «Το πορτραίτο ενός φλερτ».

Υποθέτω πως τέτοιου είδους κομμάτια λειτουργούσαν σαν ένα είδος μουσικού Προζάκ για μεταπολεμικές νοικοκυρές με κατάθλιψη. Δεν ξέρω αν είχαν αποτέλεσμα στην περίπτωση της Μπέατριξ, πάντως σίγουρα τα είχε ανάγκη.

*Σαν τη Βροχή Πριν Πέσει, Τζόναθαν Κόου, εκδ. ΠΟΛΙΣ