Φωτογραφία Νο 7*

Πέρα από τα όσα υπάρχουν στο πράσινο τραπέζι, στη φωτογραφία δεν διακρίνονται άλλα ίχνη φαγητού. Τα βαζάκια στα ράφια δείχνουν άδεια. Είναι από εκείνα τα βαζάκια όπου θα έβαζες τις χειροποίητες μαρμελάδες, αλλά θα μου έκανε τεράστια εντύπωση αν έφτιαχνε ποτέ η Μπέατριξ μαρμελάδα. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι ένα τσίγκινο κουτί είχε τη σαφή ένδειξη «ΑΛΕΥΡΙ» και η ψωμιέρα φέρει περήφανα την επιγραφή «ΨΩΜΙ» μού φαίνεται ιδιαίτερα ειρωνικό: αναφέρονται στο τι θα έπρεπε να περιέχουν, όχι στο τι πραγματικά περιείχαν. Διακρίνεται επίσης ένα ξύλο κοπής, μια ζυγαριά με τα βαρίδια της προσεκτικά τακτοποιημένα δίπλα της, μια χειροκίνητη μηχανή του κιμά στερεωμένη στην άκρη του τραπεζιού, μια μεγάλη καφετιά τσαγιέρα με πράσινες και μπεζ οριζόντιες ρίγες. Όλα φαίνονται ψυχρά και ανέγγιχτα. Αναρωτιέμαι που να ήταν η Μπέατριξ όταν τράβηξα τη φωτογραφία. Μπορεί να είχε πάει στα μαγαζιά -εκείνη την εποχή ήταν χρονοβόρα διαδικασία τα μαγαζιά, οι ουρές για τον χασάπη και τον μανάβη έφταναν έως τα μισά του δρόμου- ή μπορεί απλώς να ήταν δίπλα, στο καθηστικό, εκεί που είχαν το μαύρο τους ραδιόφωνο μάρκας Bakelite συντονισμένο μονίμως στο σταθμό του Ελαφρού Προγράμματος. Η Μπέατριξ ποτέ δεν άκουγε ειδήσεις, ούτε εκπαιδευτικά προγράμματα, ούτε καν τα προγράμματα ποικίλης ύλης. Το μόνο που ήθελε ήταν να ακούει μουσική, μουσική να ρέει από το ραδιόφωνο ασταμάτητα. Ελαφρά, ορχηστρική κυρίως μουσική, απ’ αυτήν που το BBC ανέθετε στους συνθέτες να γράφουν με σαφή στόχο την ανύψωση του ηθικού του κοινού: κομμάτια χαρωπά, ρυθμικά, γρήγορα, που σ’ έκαναν να χαμογελάς και χωρούσαν σε δισκάκια 78 στροφών. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία σε ένα κομμάτι: ο τίτλος του ήταν «Το πορτραίτο ενός φλερτ».

Υποθέτω πως τέτοιου είδους κομμάτια λειτουργούσαν σαν ένα είδος μουσικού Προζάκ για μεταπολεμικές νοικοκυρές με κατάθλιψη. Δεν ξέρω αν είχαν αποτέλεσμα στην περίπτωση της Μπέατριξ, πάντως σίγουρα τα είχε ανάγκη.

*Σαν τη Βροχή Πριν Πέσει, Τζόναθαν Κόου, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Advertisements

Ein Prosit*

Clara proved a useful guide to the entertainment on stage. She said that she had grown up in a German-speaking part of Belgium, and was familiar with many of the songs the orchestra was playing. Like Anneke, she tucked in enthusiastically to her plate of bratwurst and sauerkraut. Thomas thought it strange that Belgians should be so ready to embrace the culture of a country which had occupied their own less than fifteen years ago, and committed many atrocities, but he did not say anything. It was not the right time to get involved in such discussions.

The orchestra had begun to play a particularly insistent and catchy song. Everyone who wasn’t eating began to clap their hands to the beat of the music. Clara leaned across the table and said -or rather shouted- that this tune was called ‘Ein Prosit’ and was a traditional Bavarian drinking song. She and Anneke were starting to clap along, too. The music got louder and louder, and the tempo faster and faster, as the chorus repeated itself incessantly. Many of the dinners were singing along, and suddenly, a few yards away from Thomas, two young women jumped to their feet, clambered onto the table and began to dance, scattering fragments of food and attracting more than the occasional glances as they did so. The diners laughed and cheered and stamped their feet. Many of them also got up to dance, and the singing got louder still:

Ein Prosit, ein prosit
Der Gemütlichkeit
Ein Prosit, ein prosit
Der Gemütlichkeit
OANS ZWOA DREI! G’SUFFA!

(A toast, a toast
To cheer and good times
A toast, a toast
To cheer and good times.
ONE TWO THREE! DRINK UP!)

Anneke and Clara jumped up and help out their hands for the men to join them. But Tony shook his head, grinning broadly, while Thomas took a long draught of beer and hid his face behind the enormous tankard. The women shrugged and began to dance with each other anyway.
«This is mass hysteria!» shouted Tony, looking around in amazement. «Isn’t this the kind of thing that brought Hitler to power?»
«Ssh! No politics tonight, please.»

*Expo 58, Jonathan Coe, Penguin-Viking

Αυτή η άλλη τρελή, η Μητέρα Κοινωνία**

Ένα βράδυ, όταν ήμουν γύρω στα είκοσι τέσσερα, πήγα να δω ένα πρόγραμμα με γαλλικές ταινίες που παρουσίαζε η κινηματογραφική λέσχη του πανεπιστημίου. Η πρώτη που προβλήθηκε ήταν ένα μικρό ντοκιμαντέρ του Ζορζ Φρανζύ για ένα σφαγείο του Παρισιού με τίτλο Το αίμα των ζώων. Ώσπου να τελειώσει, άδειασε η μισή αίθουσα.
Ήταν το συνηθισμένο κοινό κινηματογραφικής λέσχης: πορωμένοι ειδήμονες των ταινιών φρίκης, ως επί το πλείστον, που το θεωρούσαν πολύ του συρμού να θαυμάζουν ταινίες με χαμηλό προϋπολογισμό, όπου ψυχοπαθείς δολοφόνοι διαμέλιζαν αμερικανούς εφήβους, ή εφιάλτες επιστημονικής φαντασίας όλο αιμοχαρή ειδικά εφέ. Τι είχε λοιπόν αυτή η ταινία, τόσο τρυφερή και μελαγχολική από πολλές απόψεις, που έκανε τις γυναίκες να βγάζουν κραυγές φρίκης και τους άντρες να τρέχουν στην έξοδο;
Δεν την ξανάδα από τότε, αλλά πολλές λεπτομέρειες έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου. Το ωραίο λευκό άλογο που πέφτει, μέσα σε πίδακες αίματος, καθώς ένα καρφί χώνεται στον αυχένα του· μοσχάρια που σφαδάζουν αφού τους έκοψαν τον λαιμό, τινάζοντας βίαια το κεφάλι τους απ’ όπου πετάγεται καυτό αίμα που κυλάει στο πάτωμα· αποκεφαλισμένα πρόβατα στη σειρά, που εξακολουθούν να τινάζουν τα πόδια τους με μανία· αγελάδες με μακριά μεταλλικά καρφιά μπηγμένα στο κρανίο τους, βαθιά, ως το μυαλό τους. Κι ύστερα, σαν αντίστιξη, η φωνή του κοριτσιού που μας παρουσιάζει τη θλίψη των προαστίων του Παρισιού -les terrains vagues, jardins des enfants pauvres… à la limite de la view des camions et des trains…* Oι εργάτες που κομμάτιαζαν τα σφαχτά τραγουδώντας το «La Mer» του Τρενέ – «ses blancs moutons, avec les anges si pures…»* Ενα κοπάδι πρόβατα που βελάζουν σαν όμηροι καθώς τα παρασύρει στο σφαγείο ο κράχτης, le traître*, που ξέρει το δρόμο και ξέρει ότι η δική του ζωή θα σωθεί: les autres suivent comme des hommes…* Οι εργάτες που σφυρίζουν, γελάνε, αστειεύονται avec la simple bonne humeur des tueurs*, και χειρίζονται τα σφυριά, τα μαχαίρια, τα τσεκούρια και τους μπαλτάδες τους sans colère, sans haine… χωρίς οργή, χωρίς μίσος.

Μου ήταν αδύνατο να ξεχάσω αυτή την ταινία και τις επόμενες εβδομάδες, σε στιγμές ανίας στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου, κοιταζα σε καταλόγους βιβλίων και περιοδικών του πανεπιστημίου, κοίταζα σε καταλόγους βιβλίων και περιοδικών για τον κινηματογράφο να δω αν είχε γραφτεί κάτι γι’ αυτή: με την ελπίδα, ίσως, ότι ο πέλεκυς της ακαδημαϊκής κριτικής θα κατάφερνε να πλήξει θανάσιμα τις εικόνες που εξακολουθούσαν να βασανίζουν τη μνήμη μου. Δεν έγινε όμως έτσι: γιατί, ύστερα από πολύ ψάξιμο, έπεσα πάνω στο μακροσκελές και λαμπρό δοκίμιο ενός συγγραφέα που είχε, ως φιανόταν, ξεκλειδώσει το μυστικό της φριχτής αλήθειας της. Αφού το διάβασα, άνοιξα το τετράδιό μου και αντέγραψα την παρακάτω φράση:

Η ταινία μας υπενθυμίζει πως ό,τι είναι αναπόφευκτο μπορεί επίσης να είναι και ψυχικώς αφόρητο, ό,τι είναι δικαιολογημένο μπορεί να είναι και αποτρόπαιο… ότι, ακριβώς όπως η τρελή Μητέρα Φύση, αυτή η άλλη τρελή, η Μητέρα Κοινωνία, είναι οργανωμένο σύστημα όχι μόνο ζωής αλλά και θανάτου…

*

les terrains vagues, jardins des enfants pauvres… à la limite de la view des camions et des trains…: άδεια οικόπεδα, κήποι φτωχών παιδιών… στο όριο της ζωής φορτηγά και τρένα…
ses blancs moutons, avec les anges si pures…: τ’ άσπρα της πρόβατα με τους αγνούς αγγέλους
le traître: ο προδότης
les autres suivent comme des hommes…: τα υπόλοιπα ακολουθούν σαν άνθρωποι
avec la simple bonne humeur des tueurs: με την απλή ευθυμία των σφαγέων

** Τι Ωραίο Πλιάτσικο!, Jonathan Coe, μετ. Τρισεύγενη Παπαϊωάνου, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Μπέρμινχαμ 1974*

Μια αφίσα με το πορτραίτο του αλλοτινού ήρωά του, του Έρικ Κλάπτον, εξακολουθούσε περήφανα να κοσμεί τον τοίχο, δίπλα σε μια απεικόνιση του σπιτιού του Μπίλμπο Μπαγκινς στο Μπαγκ Εντ, ζωγραφισμένη από τον ίδιο τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, καθώς και μια άλλη εικόνα από το έργο του Τόλκιν, ένας λεπτομερής χάρτης της Μέσης Γης, τη γεωγραφία της οποίας ο Μπέντζαμιν και ο Φίλιπ γνώριζαν καλύτερα από εκείνη των βρετανικών νήσων.
«Άκου λίγο αυτό», είπε ο Μπέντζαμιν, κοιτώντας με κάποια αγωνία τη βελόνα του φορητού μονοφωνικού του πικάπ, καθώς έπεφτε με φόρα στο περιστρεφόμενο βινύλιο. «Άμα κάποτε βάλουμε επιτέλους μπροστά το συγκρότημα, ίσως κάτι τέτοια θα πρέπει να κάνουμε».
«Μια και ανέφερες το συγκρότημα», απάντησε ο Φίλιπ, «σκέφτηκα ένα φανταστικό όνομα». Πήγε στο χάρτη, έψαξε με την άνεση του γνώστη κοντά στα Βουνά της Καταχνιάς, κι ακούμπησε το δάχτυλό του μερικές εκατοντάδες ξωτικές λεύγες νοτιοανατολικά του Φάνγκορν. «Μίνας Τίριθ».
Ο Μπέντζαμιν σούφρωσε τα χείλη. «Δεν είναι άσχημο». Είχε μπει εδώ και τριάντα δευτερόλεπτα το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ: μια παράξενη, δίφωνη μελωδία απ’ την κιθάρα και το σαξόφωνο, ενώ τα όργανα που κρατούσαν το ρυθμό ακολουθούσαν ένα ασυνήθιστο και μπερδεμένο μέτρο, που ο Μπέντζαμιν δεν είχε κατορθώσει ακόμη να αποκρυπτογραφήσει. Η μουσική ήταν τολμηρή, εγκεφαλική και ελαφρώς παρανοϊκή. «Λοιπόν, τι λες;»

«Ακούγονται σαν να κουρντίζουν», είπε ο Φίλιπ. «Ποιοι είναι;»
«Henry Cow«, απάντησε ο Μπέντζαμιν. «Τους πήρα απ’ τον Μαλλιά».
«Ποιόν;»
«Τον Μάλκομ. Τον γκόμενο της Λόις».
«Α», έκανε ο Φίλιπ, πιο σκυθρωπός από ποτέ. «Δεν ήξερα ότι έχει γκόμενο». Κοίταξε με απορία το εξώφυλλο του δίσκου, όπου η ανεξήγητη εικόνα μιας σκέτης κάλτσας φτιαγμένης από σιδερένιους κρίκους, σαν πανοπλία, δεν έδινε την παραμικρή ένδειξη για το περιεχόμενο. «Έτσι πάει συνέχεια;»
«Όχι, γίνεται πιο μυστήριο», είπε ο Μπέντζαμιν, περήφανος με τη νέα του ανακάλυψη. «Ο Μάλκομ λέει ότι πρέπει να την ψάχνεις. Φαίνεται πως έχουν επιρροές από Νταντά».
«Και ποιος ή τι είναι Νταντά;» ρώτησε ο Φίλιπ
«Δεν ξέρω», παραδέχτηκε ο Μπέντζαμιν. «Αλλά… Ε, λοιπόν, φαντάσου τους Yardbirds να τζαμάρουν με τον Λιγκέτι στους καπνούς και τα ερείπια του διαιρεμένου Βερολίνου».
«Ποιος είναι ο Λιγκέτι;»
«Ένας συνθέτης», απάντησε ο Μπέντζαμιν. «Νομίζω».
Πήρε την κιθάρα του και προσπάθησε, χωρίς καμία απολύτως επιτυχία, να παίξει μαζί με την αντιστικτική μελωδία του βιολιού.
«Και τέλος πάντων, γιατί είναι διαιρεμένο το Βερολίνο;» ρώτησε ο Φίλιπ. «Πάντοτε αναρωτιόμουν».
«Δεν ξέρω… Φαντάζομαι ότι θα περνάει κανά ποτάμι ανάμεσα ε; Σαν τον Τάμεση. Νομίζω πως είναι ο Δούναβης».
«Νόμιζα πως είχε να κάνει με τον ψυχρό πόλεμο».
«Μπορεί».

*Η Λέσχη των Τιποτένιων, Τζόναθαν Κόου, εκδ. ΠΟΛΙΣ

αυτή η νύχτα μου άνοιξε τα μάτια*

Δεν ξέρω αν σας είναι οικεία η αίσθηση να βρίσκεσαι σ’ ένα αυτοκίνητο -και δεν χρειάζεται να είναι κανένα πολύ άνετο αυτοκίνητο, ή κάτι τέτοιο- να είσαι μισοκοιμισμένος και να μην ανυπομονείς ιδιαίτερα να φτάσεις κάπου, αλλά κατά παράδοξο τρόπο να νιώθεις βολεμένος και ευχαριστημένος· να αισθάνεσαι οτι θα μπορούσες να κάθεσαι στη θέση του συνοδηγού επ’ άπειρον. Νομίζω πως είναι μια κατάσταση όπου ζεις στο παρόν. Εκείνο τον καιρό δεν τα κατάφερνα και πολύ να ζω στο παρόν -μόνο στ’ αυτοκίνητα και στα τρένα το πετύχαινα.

Καθόμουν λοιπόν με τα μάτια μισόκλειστα κι άκουγα τον Τσέστερ να τυραννάει τις ταχύτητες και να πατάει άγρια το γκάζι. Πρέπει να παραδεχτώ ότι εκείνη τη μέρα ήμουν ικανοποιημένος από τον εαυτό μου. Πίστευα ότι είχα πάρει μερικές καλές αποφάσεις.Κατ’ αρχάς, μικρές αποφάσεις, όπως το να σηκωθώ νωρίς, να κάνω μπάνιο, να φάω κανονικό πρωινό, να βάλω πλυντήριο και μετά να πάω ως του Σάμσον, για να ακούσω τον πιανίστα που παίζει εκεί τα μεσημέρια. Κι έπειτα, μεγαλύτερες αποφάσεις, καθισμένος μόνος σ’ ένα τραπέζι, πίνοντας μια πορτοκαλάδα και αφήνοντας το Stella By Starlight να με πλημμυρίσει. Αποφάσισα να μην τηλεφωνήσω τελικά στη Μαντλίν, να την αφήσω μια φορά να με αναζητήσει εκείνη. Της είχα στείλει την κασέτα, διευκρινίζοντας έτσι ολοκάθαρα τις προθέσεις μου, ήταν επομένως η σειρά της να δείξει τώρα κάποια ανταπόκριση, γαμώτο. Μου είχε μείνει μόνο μια μονάδα στην τηλεκάρτα μου, και τη χρησιμοποίησα για να τηλεφωνήσω στον Τσέστερ. Διότι είχα επίσης αποφασίσει να δεχτώ την προσφορά του.

*Οι Νάνοι Του Θανάτου, Τζόναθαν Κόου, εκδ. ΠΟΛΙΣ