Όπου είναι σημαντικό να συναντιούνται οι άνθρωποι*

Στη Μασσαλία, τις γαλέρες και τα βάσανά τους τα ξέραμε για τα καλά. Δεν ήταν ανάγκη να έχεις σκοτώσει τη μάνα σου και τον πατέρα σου για να βρεθείς εκεί, όπως πριν δύο αιώνες. Μπα, σήμερα αρκούσε μονάχα να είσαι νέος, μετανάστης ή οχι. Οι θαυμαστές των Massilia Sound System, του πιο ξεσαλωμένου συγκροτήματος ragamuffin, είχαν ξανακάνει της μόδας την έκφραση.

Έτσι το τσούρμο είχε γίνει ένα είδος λέσχης συναντήσεων όσο και υποστηρικτών. Ήταν περίπου διακόσιοι πενήντα, τριακόσιοι ίσως, και «υποστήριζαν» τώρα αρκετά συγκροτήματα. Τους Massilia, τους Fabulous, τους Bouducon, τους Black Lions, τους Hypnotik, τους Wadada… Όλοι μαζί είχαν βγάλει ένα κολασμένο άλμπουμ. Το Ragga baletti. Τα σαββατόβραδα, έκανε τα αίματα να βράζουν.

Το τσούρμο διοργάνωνε μουσικές ακροάσεις και με τις εισπράξεις τύπωνε ένα φυλλάδιο, κυκλοφορούσε κασέτες ηχογραφημμένες live και οργάνωνε φτηνά ταξίδια για την παρακολούθηση των συγκροτημάτων στις περιοδίες τους. Το σύστημα λειτουργούσε το ίδιο όπως και στο γήπεδο της Ολυμπίκ Μαρσέιγ, με τους Ούλτρας, τους Γουίνερς ή τους Φανάτικς. Όμως αλλού ήταν η ουσία της ιστορίας του τσούρμου. Το σημαντικό ήταν να συναντιούνται οι άνθρωποι. Να ανακατώνονται με τους άλλους, όπως λέμε στη Μασσαλία. Με τις υποθέσεις ο ένας του άλλου. Αυτό ήταν το πνεύμα του τσούρμου. Δεν ήταν πια από μια πόλη, από μια συνοικία. Ανήκες στο τσούρμο. Μες την ίδια γαλέρα, όλοι μαζί τραβώντας κουπί! Για να τα βγάλουμε πέρα. Πλάι – πλάι.

Στο ίδιο ζουμί βράζουμε όλοι.
«Γίνονται ιστορίες στη συνοικία;» του πέταξα φτάνοντας στο πάρκινγκ.
«Πάντα γίνονται ιστορίες  στις συνοικίες, εσύ πρέπει να το ξέρεις. Για σκέψου το».
Και φτάνοντας στο ύψος του αυτοκινήτου μου συνέχισε το δρόμο του χωρίς να μ’ αποχαιρετήσει.

Πήρα μια κασέτα του Μπομπ Μάρλεϋ απ’ την μπροστινή θήκη. Είχα πάντα μαζί μου τουλάχιστον μια, για στιγμές σαν κι αυτές. Και το So much trouble in the world ταίριαζε μια χαρά για να τσουλάς στη μαρσεγιέζικη νύχτα.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. Πόλις

Bar Des 13 Coins – Εκπομπή 1η: Η Τριλογία της Μασσαλίας

Το Bar Des 13 Coins στον αέρα του radiobubble στην πρώτη απόπειρα ενός ραδιοφωνικού ταξιδιού στη μουσική των βιβλίων, δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει από την Τριλογία της Μασσαλίας. Η μουσική που ακούει ο Φαμπιό Μοντάλ, ο ήρωας του Ζαν-Κλωντ Ιζζό, και που σηματοδοτεί την διήγηση με απροσδόκητο τρόπο, αποτέλεσε την αφορμή μιας διαφορετικής ανάγνωσης του αγαπημένου μας βιβλίου.

Όσα έχεις στην καρδιά ακούγονται πιο καθαρά απ’ όσα λες με το στόμα*

Έφυγε κι επέστρεψα στην μπάρα, στη θέση μου, πίνοντας με τον έναν και με τον άλλον και βεβαίως με τον Χασάν, που δεν έχανε ποτέ σειρά για κέρασμα.  Άκουγα τις κουβέντες γύρω μου. Και τη μουσική.  Όταν τελείωνε η ώρα των απεριτίφ, ο Χασάν αντικαθιστούσε τον Φερέ με τζαζ. Τα κομμάτια τα διάλεγε προσεκτικά. Λες κι έπρεπε να βρει ένα συγκεκριμένο ήχο για την ατμόσφαιρα της στιγμής. Ο θάνατος απομακρυνόταν και μαζί του έφευγε και η μυρωδιά του. Σίγουρα προτιμούσα το άρωμα του γλυκάνισου που έχει το παστίς.
– Προτιμώ τη μυρουδιά του γλυκάνισου, φώναξα δυνατά στον Χασάν.
Είχα αρχίσει να ψιλομεθάω.
-Βεβαίως.
Μου έκλεισε το μάτι, πάντα κι ως το τέλος συνένοχος. Ο MIles Davis είχε μόλις αρχίσει το Solea. Ένα κομμάτι που λάτρευα. Και που το άκουγα συνεχώς κάθε νύχτα από τότε που με παράτησε η Λολ.

-Το Solea, μου εξήγησε ένα βράδυ, είναι η σπονδυλική στήλη του φλαμένγκο.
– Κι εσύ γιατί δεν τραγουδάς; Φλαμένγκο ή τζαζ;
Ήταν εξαίσια η φωνή της, το ήξερα. Μου το είχε πει ο Πέδρο, ένας ξάδερφός της. Ομως η Λολ δεν ήθελε να τραγουδάει παρά μόνο σε οικογενειακές συγκεντρώσεις.
– Αυτό που ψάχνω δεν το βρήκα ακόμα, μου απάντησε μετά από μακρά σιωπή.
Εκείνη ακριβώς τη σιωπή που οφείλεις να αναγνωρίζεις στις πιο έντονες στιγμές του Solea.
– Τίποτα δεν καταλαβαίνεις, βρε Φαμπιό.
– Και τι θα έπρεπε να καταλάβω;
Μου χαμογέλασε μελαγχολικά.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Solea, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Ti sento addosso e non ci sei*

Ετούτο το σπίτι απέπνεε γαλήνη. Ετοίμασε καφέ. Στην πλατεία τα παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο. Μπορούσε να το καταλάβει αυτό απ’ τα ξεφωνητά τους. Κατάπιε δύο Ντολιπράν, μια γουλιά νερό, γέμισε ακόμα μια φορά το ποτήρι του και πότισε το βασιλικό που ήταν ακουμπισμένος στο περβάζι. Η μυρωδιά του ξεχύθηκε αμέσως στο χώρο. Αγαπούσε αυτή τη μυρωδιά. Ήταν μέρος μιας γλυκιάς ζωής.
Άνοιξε το ράδιο και κάθισε μπροστά στο τραπέζι. Ειδήσεις. Η καθημερινή δόση μίσους, βίας, θανάτου. Η Βοσνία θύμιζε Λίβανο, και η Ρουάντα τη Βοσνία και τον Λίβανο μαζί, στο χειρότερό τους. Αναγκαστικά στο χειρότερο τους. Ο Χίτλερ είχε μολύνει ολάκερο τον κόσμο. Στη Χιροσίμα οι Αμερικάνοι είχαν πειραματιστεί με τον τρόμο. Αλλά και πιο πριν, ο πόλεμος του ’14 είχε κυλήσει την ανθρωπότητα μέσα στον αποτροπιασμό. Το πριν και το μετά έμοιαζαν σαν αδέλφια.
Οι άνθρωποι δεν γνώριζαν άλλο απ’ αυτό. Να αλληλοσπαράσσονται. Το χωράφι τους γείτονα θα είναι πάντα καλύτερο από το δικό μας, άρα το καταπατούμε, κι εκείνος φωνάζει τους μπάτσους ή βγάζει το όπλο του. Αλληλοσκοτωμός. Για μια γυναίκα, ένα αμάξι, ένα φράχτη σε λάθος θέση, ένα καταπατημένο κομμάτι γης, μια θρησκεία, μια χώρα. Υπήρχε πάντα κάποιος που θεωρούσε τον εαυτό του καλύτερο από τους άλλους. Πιο καθαρό, πιο δίκαιο. Και έκοβε κεφάλια. Δολοφονούσε, σφαγίαζει. Στο όνομα του δικαίου…
Ο Διαμαντής άλλαξε σταθμό. Οι ίδιες ειδήσεις, αλλά τώρα σχολιασμένες. Στη Μασσαλία, ένα σχολείο, σε κάποια συνοικία που δεν γνώριζε, υπέστη βανδαλισμούς από κάποιους μαθητές. Όλοι έψαχναν το γιατί. Ο διευθυντής, οι καθηγητές, οι γονείς των μαθητών… Έσβησε το ράδιο. Ήταν εξαντλημένος.
Ήπιε μια δεύτερη κούπα καφέ καπνίζοντας ένα τσιγάρο, σηκώθηκε ακουμπώντας στις άκρες του τραπεζιού, όπως οι γέροι. Ένιωθε γέρος. Με μεγάλο κόπο, πήγε πτος το σαλόνι. Πλησίασε το στερεοφωνικό. Ανάγκη για μουσική. Σαντάνα, Ντίλαν, Κέιλαντ, Βέρντι, Τίτο Πουέντε, Στόουνς… Η Μαριέτ είχε εκλεκτικό γούστο. Του άρεσε αυτό. Βρήκε αυτό που έψαχνε. Τζιανμαρία Τέστα. Η φωνή του γέμισε το σπίτι.

Io ti parlavo ancora et tu eri già partito
E quello che dicevo non lo ascoltavi più
La musica, il bicchiere le altre sere
ti avrebbero legato qui ma non adesso.
Ti sento addosso e non ci sei… **

* Οι Βατσιμάνηδες της Μασσαλίας, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, μετ. Μαριλένα Κοραντζάνη, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

**Εγώ σου μιλώ ακόμη κι εσύ έχεις φύγει.
Και δεν ακούς πια αυτά που λέω.
Η μουσική, το ποτήρι, τις άλλες βραδιές
σ’ είχα δική μου εδώ αλλά όχι τώρα.
Σε αισθάνομαι πάνω μου, μα εσύ δεν είσαι πια εδώ.

To τσούρμο*

«Ποτέ μου δεν ήξερα τ’ όνομά σου».
«Ανσέλμ. Δεν έκανα μεγάλες χοντράδες ώστε να βρεθώ στο τμήμα».
«Συνέχισε έτσι».
«Οι γέροι μου είναι εντάξει. Δεν συμβαίνει με όλους. Έχω και το μπάσκετ…» Χαμογέλασε. «Κι έπειτα, υπάρχει και το τσούρμο. Ξέρεις τι είναι;»
Ήξερα. Το τσούρμο, το πλήρωμα, οι κωπηλάτες της γαλέρας. Στη Μασσαλία τις γαλέρες και τα βάσανά τους τα ξέραμε για τα καλά. Δεν ήταν ανάγκη να’ χεις σκοτώσει τη μάνα σου και τον πατέρα σου για να βρεθείς εκεί, όπως πριν δύο αιώνες. Μπα, σήμερα αρκούσε μονάχα να’σαι νέος, μετανάστης ή όχι. Οι θαυμαστές των Massilia Sound System, του πιο ξεσαλωμένου συγκροτήματος raggamuffin, είχαν ξανακάνει της μόδας την έκφραση.
Έτσι, το τσούρμο είχε γίνει ένα είδος λέσχης συναντήσεων όσο και υποστηρικτών. Ήταν περίπου διακόσιοι πενήντα, τριακόσιοι ίσως, και «υποστήριζαν» τώρα αρκετά συγκροτήματα. Τους Massilia, τους Fabulous, τους Bouduchon, τους Black Lions, τους Hypnotik, τους Wadada… Όλοι μαζί είχαν βγάλει ένα κολασμένο άλμπουμ. Το Raffa baletti. Τα σαββατόβραδα έκανε τα αίματα να βράζουν!
Το τσούρμο διοργάνωνε μουσικές ακροάσεις και με τις εισπράξεις τύπωνε ένα φυλλάδιο, κυκλοφορούσε κασέτες ηχογραφημένες live και οργάνωνε φτηνά ταξίδια για την παρακολούθηση των συγκροτημάτων στις περιοδείες τους. Το σύστημα λεουτουργούσε το ίδιο όπως και στο γήπεδο της Ολυμπίκ Μαρσέιγ, με τους Ούλτρας, τους Γουίνερς ή τους Φανάτικς. Όμως αλλού ήταν η ουσία της ιστορίας του τσούρμου. Το σημαντικό ήταν να συναντιούνται οι άνθρωποι. Να ανακατώνονται με τους άλλους, όπως λέμε στη Μασσαλία. Με τις υποθέσεις ο ένας του άλλου. Αυτό ήταν το πνεύμα του τσούρμου. Δεν ησουν πια από μια πόλη, από μια συνοικία. Άνηκες στο τσούρμο. Μες στην ίδια γαλέρα, όλοι μαζί τραβώντας κουπί! Για να τα βγάλουμε πέρα. Πλάι-πλάι.
Στο ίδιο ζουμί βράζουμε όλοι.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Με τα πιο απλά πράγματα*

Έξω, ο καιρός ήταν υπέροχος. Είχα ξεχάσει πως υπάρχει ο ήλιος. Πλημμύριζε με φως τη λεωφόρο Ετιέν-ντ’ Ορβ. Αφέθηκα στη γλυκιά θαλπωρή του. Με τα χέρια στις τσέπες πήγα μέχρι την πλατεία Ουίλ. Στο Παλιό Λιμάνι.

Μια έντονη μυρωδιά αναδινόταν απ’ τη θάλασσα. Ένα μείγμα από μηχανέλαιο, γράσα, βρομόνερα. Δεν μύριζε διόλου όμορφα. Άλλη μέρα, θα έλεγα πως έζεχνε. Αλλά εκείνη τη στιγμή, ετούτη η οσμή μου έκανε ανείπωτο καλό. Ήταν το άρωμα της ευτυχίας. Αληθινό κι ανθρώπινο. Θαρρείς και η Μασσαλία μ’ άδραχνε απ’ τα μούτρα. Ο θόρυβος της μηχανής της βάρκας μου ανέτειλε στη μνήμη μου· «τουφ-τουφ». Με φαντάστηκα στο πέλαγο, να ψαρεύω. Η ζωή κέρδιζε πάλι το μερτικό της εντός μου. Με τα πιο απλά πράγματα.

Το φέρι-μποτ έφτασε. Πρόσφερα στον εαυτό μου ένα εισιτήριο μετ’ επιστροφής για το πιο σύντομο και όμορφο ταξίδι. Τον διάπλου της Μασσαλίας. Στην αποβάθρα του Πορ-Και της Ριβ-Νεβ. Λίγος κόσμος, εκείνη την ώρα. Κάμποσοι ηλικιωμένοι. Μια μητέρα που τάιζε το μωρό της με μπιμπερόν. Ξαφνιάστηκα που μ’ έπιασα να σιγοτραγουδάω το Chella lla. Ένα παλιό ναπολιτάνικο τραγούδι του Ρενάτο Καροζόνε. Ξανάβρισκα τα σημάδια μου. Με τις αναμνήσεις που πάνε μαζί. Ο πατέρας μου μ’ έβαζε να καθήσω πλάι στο παράθυρο του φέρι-μποτ και μου έλεγε: «Κοίτα, Φαμπιό. Κοίτα. Είναι η είσοδος του λιμανιού. Βλέπεις; Το φρούριο Σαιν-Νικολάς. Το φρούριο Σαιν-Ζαν. Και πέρα, ο Φάρος. Βλέπεις, μετά είναι η θάλασσα. Το ανοιχτό πέλαγο». Ένιωθα τα γερά του χέρια που με κρατούσαν από τις μασχάλες. Ήμουν πόσο; Έξι-επτά χρόνων, όχι περισσότερο. Εκείνη τη νύχτα, είχα ονειρευτεί να γίνω ναυτικός.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Αυτό που παίζεται εδώ είναι η ζωή ως την τελευταία της ανάσα*

Σηκώθηκα και μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα, που απέφυγα ν’ ανάψω, πήγα στην ταράτσα. Η βαθυκύανη, σχεδόν μαύρη, θάλασσα είχε αρχίσει να σαλεύει με το μαϊστράλι που είχε σηκωθεί. Κακό σημάδι αυτό. Ο μαΐστρος το καλοκαίρι είναι συνώνυμο της φωτιάς. Κάθε χρόνο εκατοντάδες εκτάρια με δέντρα και θάμνους γινόντουσαν στάχτη. Οι πυροσβέστες πρέπει να ήταν κιόλας σε επιφυλακή.

Σαιν-Ζαν-ντι-Γκαρ, είπα μέσα μου. Αυτό ήταν. Το κλικ. Αυτό έγραφε η ταχυδρομική σφραγίδα στο γράμμα της Μπαμπέτ. Σαιν-Ζαν-ντι-Γκαρ. Στα βουνά Σεβέν. Μα τι έφτιαχνε εκεί πάνω; Σε ποιανού το σπίτι ήταν; Ετοίμασα καφέ στη μικρή ιταλική μου καφετιέρα του ενός φλιτζανιού. Για δεύτερο φλιτζάνι, νέα προετοιμασία. Έτσι μου άρεσε ο καφές. Ποτέ ξαναζεσταμένος. Άναψα επιτέλους το τσιγάρο μου και το ρούφηξα αργά-αργά. Κανένα πρόβλημα με την πρώτη ρουφηξιά. Κερδισμένο ήταν το παιχνίδι και για τις επόμενες.

Έβαλα να παίζει ένα δίσκο του Νοτιοαφρικανού πιανίστα Abdullah Ibrahim. Κυρίως για ένα κομμάτι. Το Zikr. Δεν πίστευα μήτε στο Θεό μήτε στο Διάβολο. Αλλά η μουσική αυτή και το τραγούδι, κυρίως με το ντούο με τον Johnny Dyani, τον κοντραμπασίστα που τον συνόδευε, περιείχε τέτοια εσωτερική ηρεμία που σε καλούσε να πεις τι ωραία που είναι η γη και τι θαυμάσια. Το κομμάτι αυτό το άκουγα με τις ώρες. Την αυγή. Ή όταν έδυε ο ήλιος. Με γέμιζε ανθρωπιά.

Η μουσική έγινε πιο δυνατή. Μπροστά στο πορτοπαράθυρο, με το φλιτζάνι στο χέρι, έβλεπα τη θάλασσα να φουσκώνει όλο και πιο πολύ. Δεν καταλάβαινα καθόλου τα λόγια του Abdullah Ibrahim, όμως αυτό το Remembrance of Allah το μετέφραζα μέσα μου με τον πιο απλό τρόπο. Αυτό που διακυβεύεται εδώ, σ’ αυτή τη γη, είναι η ίδια μου η ζωή. Μια ζωή με τη γεύση της ζεστής πέτρας και των στεναγμών της θάλασσας, ενώ τα τζιτζίκια θα αρχίσουν σε λίγο το δικό τους τραγούδι. Αυτή τη ζωή θα την αγαπώ ως την τελευταία μου πνοή. Inch Allah.

*Η Τριλογία Της Μασσαλίας – Solea, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ