«Τελικά που είναι η αναθεματισμένη πολυκατοικία σου;»*

Μόλις είχαμε στρίψει στη γωνία της Βόινοβα και σήκωσα το χέρι μου να του δείξω την Κίροφ. Έδειχνα το τίποτα, αλλά για μιαν ατελείωτη στιγμή δεν σκέφτηκα να κατεβάσω το χέρι μου. Στη θέση της Κίροφ ήταν τώρα ένα βουνό από μπάζα, ένας απότομος λοφίσκος από σπασμένες πλάκες μπετόν αρμέ, τούβλα και λυγισμένς ατσαλόβεργες, όλα πασπαλισμένα με θρυμματισμένα τζάμια που γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο.

Αν ήμουν μόνος μου, θα κοίταζα για ώρες τα ερείπια χωρίς να μπορεί να το συλλάβει το μυαλό μου. Η Κίροφ ήταν όλη μου η ζωή. Η Βέρα, ο Όλεγκ και ο Γκρίσα. Η Λιούμπα Νικολάεβνα, η γεροντοκόρη του τέταρτου ορόφου που διάβαζε ψαλμούς και μαντάριζε τα φορέματα όλων των γυναικών της πολυκατοικίας, που μια καλοκαιρινή νύχτα με είδε να διαβάζω ένα μυθιστόρημα του Τζακ Λόντον στο κλιμακοστάσιο και την άλλη μέρα μου έδωσε μια κούτα με βιβλία του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ και του Κάρολου Ντίκενς. Ο Άντον Ντανίλοβιτς, ο επιστάτης, που έμενε στο υπόγειο και μας έβαζε τις φωνές όταν πετάγαμε πέτρες στην αυλή ή φτύναμε από την ταράτσα ή φτιάχναμε πρόστυχους αρσενικούς και θηλυκούς χιονάνθρωπους με καρότα για πέη και γομολάστιχες για ρώγες. Ο Ζαβοντίλοφ, που έλεγαν πως ήταν γκάνγκστερ και του έλειπαν δύο δάχτυλα του αριστερού χεριού του και σφύριζε πάντα στις κοπέλες, ακόμα κι αν ήταν άσχημες, ίσως μάλιστα να σφύριζε πιο δυνατά στις άσχημες για να τους τονώσει το ηθικό – ο Ζαβοντίλοφ, που έκανε πάρτυ μέχρι πρωίας, έπαιζε τους τελευταίους δίσκους της τζαζ, του Βαρλάμοφ και της μπάντας του ή του Έντι Ρόζνερ· άντρες και γυναίκες με ξεκούμπωτα πουκάμισα χόρευαν και γελούσαν στο διάδρομο έξω από το διαμέρισμα, εξοργίζοντας τους μεγάλους κι ενθουσιάζοντας τα παιδιά, που είχαμε αποφασίσει, εφόσον ήμασταν υποχρεωμένοι να μεγαλώσουμε, να γίνουμε τουλάχιστον σαν τον Ζαβοντίλοφ.

*Η Πολιτεία Των Ληστών, Ντέιβιντ Μπένιοφ, εκδ. Ψυχογιός

Advertisements