Δεν καρατομούνται τα δέντρα…*

Περπατούσα ανάλαφρα, σαν να’ χα φτάσει ένα βράδυ Ιουλίου σε μια ξένη πόλη. Έπιασα να σφυρίζω ένα μεξικάνικο τραγούδι. Αλλά αυτή η πλαστή ξεγνοιασιά δεν κράτησε πολύ. Περπατούσα δίπλα στο κιγκλίδωμα του Λουξεμβούργου, και το ρεφρέν του «Ay Jalisco no te rayes» έσβησε στα χείλη μου. Μια αφίσα ήταν κολλημένη στον κορμό ενός απ’ τα ψηλά δέντρα που μας σκεπάζουν με τα φύλλα τους μέχρι την είσοδο των Κήπων, ψηλά, στο Σεν-Μισέλ. «Αυτό το δέντρο είναι επικίνδυνο. Πρόκειται να κοπεί. Θ’ αντικατασταθεί αυτόν τον χειμώνα». Για λίγα δευτερόλεπτα, νόμισα ότι έβλεπα ένα κακό όνειρο. Στεκόμουν εκεί, απολιθωμένος, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτή τη θανατική καταδίκη. Ένας περαστικός ήρθε και μου είπε: «Αισθάνεστε άσχημα, κύριε;», κι ύστερα απομακρύνθηκε, προφανώς απογοητευμένος από το απλανες μου βλέμμα. Σ’ αυτόν τον κόσμο όπου είχα όλο και πιο έντονη την αίσθηση ότι ήμουν ένας επιζών, καρατομούσαν και τα δέντρα… Συνέχισα το βάδισμα μου προσπαθώντας να σκεφτώ άλλα πράγματα, αλλά μου ήταν δύσκολο. Δεν μπορούσα να ξεχάσω εκείνη την αφίσα κι εκείνο το δέντρο, το καταδικασμένο σε θάνατο. Αναρωτιόμουν πως να’ ταν τα πρόσωπα των δικαστών και αυτό του δημίου. Ανέκτησα την ηρεμία μου. Για παρηγοριά, φανταζόμουν τον Γκι ντε Βερ να προχωράει δίπλα μου και να μου επαναλαμβάνει με τη γλυκιά φωνή του «Μα όχι, Ρολαν, είναι ένα κακό όνειρο… δεν καρατομούνται τα δέντρα…».

***

* Στο café της χαμένης νιότης, Patrick Modiano, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Θέλω να γίνω μπαντονεονίστας*

Με τα λεπτά χαρακτηριστικά του, την περήφανη κορμοστασιά του, τα μαλλιά του να ανεμίζουν στον αέρα, ο Γιόζεφ έμοιαζε μ’ έναν από εκείνους τους φλωρεντίνους ευπατρίδες με το φωτεινό χαμόγελο, στους πίνακες του Γκιρλαντάγιο. Ζούσε ζωή άσωτη, κυκλοφορούσε παρέα με ρέμπελους σουρεαλιστές και ανέμελους κομμουνιστές, περνούσε τις νύχτες του στο «Chapeau Rouge», μεθώντας με ορχήστρες ντίξι τζαζ που ερχόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Προτιμούσε το «Lucerna» ή το «Cri-gri», δύο αίθουσες χορού της μόδας, όπου τα βαλς τα διαδεχόταν χωρίς διακοπή το ζαβά και το τάνγκο μέχρι τα ξημερώματα, όπου οι ντάμες αφήνονταν στην αγκαλιά του σαν ερωτευμένες για πάντα. Λάτρευε να στροβιλίζεται και να χάνεται με την παρτενέρ του, σαν δαιμονισμένος, υπό τον ήχο της μουσικής. Εκείνες έλεγαν πως ήταν ο καλύτερος χορευτής της Πράγας και πως τις ξετρέλαινε. Τίποτα δεν θα μπορούσε να τον κολακέψει περισσότερο.

Η αέρινη και ζεστή φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ τον αναστάτωνε.

Ο Καρλίτο, όπως τον έλεγε χαϊδευτικά, ήταν γι΄αυτόν ότι πιο σημαντικό. Είχε την πλήρη συλλογή των δίσκων του 78 στροφών, εισαγωγής απ’ την Αργεντινή και πληρωμένους πανάκριβα, αλλά δεν έπαυε να ανακαλύτπει άγνωστους τίτλους. Ένας μεξικανός μουσικός του μετέφρασε ορισμένα μαγευτικά τραγούδια. Ο Γιόζεφ, που είχε απογοητευτεί απ’ τα ποιήματα για κοπελίτσες, τα έμαθε απέξω. ‘Ηταν τόσο πιο όμορφα στα ισπανικά! Ο τραγικός θάνατος του τραγουδιστή, το 1935, θα’ λεγε κανείς ότι τον άφησε ορφανό. Έκλαιγε ώρες ολόκληρες ακούγοντάς τον, χωρίς να ξέρει ακριβώς αν ήταν η απέραντη θλίψη της μουσικής ή ο τόσο απρόσμενος χαμός του τραγουδιστή που τον βασάνιζε τόσο. Από τότε, χτενίζονταν όπως ο Γκαρτνέλ: χωρίστρα στα δεξιά και πατικωμένα μαλλιά με λίγη μπριγιαντίνη. Εγκατέλειψε το ατημέλητο ντύσιμο των συντρόφων του, για να υιοθετήσει την κομψότητα του χαμένου ειδώλου του, με καλοραμμένο κοστούμι, λίγο μεσάτο, ριγέ γραβάτα η παπιγιόν, και ασορτί μεταξωτό μαντίλι.

Τραγουδούσε το «Volver» με μπάσα φωνή και, έστω κι αν δεν καταλάβαινε τα λόγια, ένιωθε μερικές φορές να του ανεβαίνει ένας κόμπος στο λαιμό, κάνοντας το τραγούδι ακόμα πιο συγκινητικό.

– Θέλω να γίνω μπαντονεονίστας, δήλωσε, λίγο μεθυσμένος, στη νέα του κατάκτηση, πάνω στη Γέφυρα του Καρόλου, ενώ ο ήλιος ανέτελλε πίσω απ’ το Κάστρο της Πράγας, που έμοιαζε φάντασμα.

* Η Ζωή που Ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ. , Jean – Michel Guenassia, μετ. Ανδρέας Παππάς – Βάνα Χατζάκη, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Όπου είναι σημαντικό να συναντιούνται οι άνθρωποι*

Στη Μασσαλία, τις γαλέρες και τα βάσανά τους τα ξέραμε για τα καλά. Δεν ήταν ανάγκη να έχεις σκοτώσει τη μάνα σου και τον πατέρα σου για να βρεθείς εκεί, όπως πριν δύο αιώνες. Μπα, σήμερα αρκούσε μονάχα να είσαι νέος, μετανάστης ή οχι. Οι θαυμαστές των Massilia Sound System, του πιο ξεσαλωμένου συγκροτήματος ragamuffin, είχαν ξανακάνει της μόδας την έκφραση.

Έτσι το τσούρμο είχε γίνει ένα είδος λέσχης συναντήσεων όσο και υποστηρικτών. Ήταν περίπου διακόσιοι πενήντα, τριακόσιοι ίσως, και «υποστήριζαν» τώρα αρκετά συγκροτήματα. Τους Massilia, τους Fabulous, τους Bouducon, τους Black Lions, τους Hypnotik, τους Wadada… Όλοι μαζί είχαν βγάλει ένα κολασμένο άλμπουμ. Το Ragga baletti. Τα σαββατόβραδα, έκανε τα αίματα να βράζουν.

Το τσούρμο διοργάνωνε μουσικές ακροάσεις και με τις εισπράξεις τύπωνε ένα φυλλάδιο, κυκλοφορούσε κασέτες ηχογραφημμένες live και οργάνωνε φτηνά ταξίδια για την παρακολούθηση των συγκροτημάτων στις περιοδίες τους. Το σύστημα λειτουργούσε το ίδιο όπως και στο γήπεδο της Ολυμπίκ Μαρσέιγ, με τους Ούλτρας, τους Γουίνερς ή τους Φανάτικς. Όμως αλλού ήταν η ουσία της ιστορίας του τσούρμου. Το σημαντικό ήταν να συναντιούνται οι άνθρωποι. Να ανακατώνονται με τους άλλους, όπως λέμε στη Μασσαλία. Με τις υποθέσεις ο ένας του άλλου. Αυτό ήταν το πνεύμα του τσούρμου. Δεν ήταν πια από μια πόλη, από μια συνοικία. Ανήκες στο τσούρμο. Μες την ίδια γαλέρα, όλοι μαζί τραβώντας κουπί! Για να τα βγάλουμε πέρα. Πλάι – πλάι.

Στο ίδιο ζουμί βράζουμε όλοι.
«Γίνονται ιστορίες στη συνοικία;» του πέταξα φτάνοντας στο πάρκινγκ.
«Πάντα γίνονται ιστορίες  στις συνοικίες, εσύ πρέπει να το ξέρεις. Για σκέψου το».
Και φτάνοντας στο ύψος του αυτοκινήτου μου συνέχισε το δρόμο του χωρίς να μ’ αποχαιρετήσει.

Πήρα μια κασέτα του Μπομπ Μάρλεϋ απ’ την μπροστινή θήκη. Είχα πάντα μαζί μου τουλάχιστον μια, για στιγμές σαν κι αυτές. Και το So much trouble in the world ταίριαζε μια χαρά για να τσουλάς στη μαρσεγιέζικη νύχτα.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. Πόλις

H Ξανθιά Μιρέγια*

Σε άλλες συνθήκες τον Μαξ θα τον ενδιέφερε η συζήτηση ανάμεσα στον συνθέτη και στους τρεις μουσικούς – ο μπαντονεονίστας, μονόφθαλμος και μ’ ένα γυάλινο μάτι, ήταν βετεράνος της εποχής του «Χάνσεν» και της ξανθιάς Μιρέγια [1], κάπου εκεί στη δεκαετία του 1890 – και οι ιδέες αυτών των τελευταίων για τα παλιά και τα καινούργια τανγκό, τους τρόπους εκτέλεσης, του στίχους και της μουσικής· όμως ο κοσμικός χορευτής είχε το μυαλό του αλλού. Όσο για το μονόφθαλμο μουσικό, όπως διαβεβαίωσε ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος ύστερα από τις πρώτες εκμυστηρεύσεις και τις πρώτες γουλιές τζιν, ούτε ήξερε να διαβάζει παρτιτούρες, ούτε του είχε χρειαστεί ποτέ. Έπαιζε με το αυτί σ’ όλη του τη ζωή. Επιπλέον τα τανγκό τα δικά του και των κομπάρδες του ήταν πραγματικά τανγκό, για να τα χορεύει κανείς όπως γινόταν πάντα, με τον γρήγορο ρυθμό και τα κόρτες στη θέση τους, κι όχι αυτά τα νερόβραστα του σαλονιού που είχαν κάνει της μόδας, από κοινού, το Παρίσι και ο κινηματογράφος. Όσο για τους στίχους, σκότωνε το τανγκό και υποβίβαζε όσους το χόρευαν εκείνη η μανία να μετατρέπουν σε ήρωες τον κερατωμένο και κλαψιάρη αγαθομούνη που η γυναίκα του τον παρατούσε για κάποιον άλλον, ή την εργατριούλα που μαραινόταν σαν λουλούδι στη λάσπη. Το αυθεντικό, πρόσθεσε ο μονόφθαλμος ανάμεσα σε καινούργιες γουλιές τζιν και ζωηρές επιδείξεις επιδοκιμασίας εκ μέρους των συντρόφων του, ήταν εκείνο του παλιού εργατόκοσμου: σαρκασμός του υποκόσμου, θράσος του νταβατζή ή της περπατημένης γκόμενας, κοροϊδευτικός κυνισμός όποιου είχε φάει τα ψωμιά του. Εκεί οι ποιητές και οι εξευγενισμένοι μουσικοί περίσσευαν. Το τανγκό ήταν για να την πέφτεις και ν’ αγκαλιάζεις μια γυναίκα, ή για να γλεντοκοπάς με τους κολλητούς. Τους το ‘λεγε αυτός που το έπαιζε. Το τανγκό ήταν, για να ανακεφαλαιώσουμε, ένστικτο, ρυθμός, αυτοσχεδιασμός και προστυχόλογα. Τα άλλα, και να με συγχωρεί η κυρία -εδώ το μοναδικό του μάτι λοξοκοίταξε τη Μένσα Ινθούνθα-, ήταν μαλακίες του κώλου, με το συμπάθιο κιόλας. Έτσι που πήγαιναν τα πράγματα, με τόσο απελπισμένο έρωτα, τόσο παρατημένο σπίτι και τόση κλάψα, θα κατέληγαν να τραγουδούν για τη χήρα μάνα ή για την καημένη την τυφλή λουλουδού στη γωνία.

* Το Τανγκό Της Παλιάς Φρουράς, Αρτούρο Περέθ-Ρεβέρτε, εκδ. ΠΑΤΑΚΗ

[1] Το «Καφέ του Χάνσεν», που άνοιξε το 1877, θεωρείται από πολλούς ένα από τα λίκνα του τανγκό. Απέκτησε φήμη χάρη στην ταινία του 1937 Τα παιδιά του παλιού καιρού δεν έβαζαν ζελέ. Εκεί ακουγόταν το ομώνυμο τανγκό, που διηγιόταν την ιστορία της ξανθιάς Μιρέγια. Πρόκειται για ένα μύθο που συμπυκνώνει τη νοσταλγία για την παλιά ζωή στους φτωχομαχαλάδες του Μπουένος Άιρες στια αρχές του 20ου αιώνα (Σ.τ.Μ.)

[2] Η αναζήτησή μου για το τανγκό της Μιρέγια έδωσε αμφίβολα αποτελέσματα. Μαζί με την ιστορία σ’ αυτό το άρθο βρήκα το παραπάνω κομμάτι, όμως προέκυψε κι αυτό το μικρό βίντεο που πιθανόταν βλέπουμε πως χορευόταν το πραγματικό τάνγκο που περιγράφει ο μονόφθαλμος και ίσως είναι το «σωστό» κομμάτι. (Σ.τ. Narrator)

Αυτό που παίζεται εδώ είναι η ζωή ως την τελευταία της ανάσα*

Σηκώθηκα και μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα, που απέφυγα ν’ ανάψω, πήγα στην ταράτσα. Η βαθυκύανη, σχεδόν μαύρη, θάλασσα είχε αρχίσει να σαλεύει με το μαϊστράλι που είχε σηκωθεί. Κακό σημάδι αυτό. Ο μαΐστρος το καλοκαίρι είναι συνώνυμο της φωτιάς. Κάθε χρόνο εκατοντάδες εκτάρια με δέντρα και θάμνους γινόντουσαν στάχτη. Οι πυροσβέστες πρέπει να ήταν κιόλας σε επιφυλακή.

Σαιν-Ζαν-ντι-Γκαρ, είπα μέσα μου. Αυτό ήταν. Το κλικ. Αυτό έγραφε η ταχυδρομική σφραγίδα στο γράμμα της Μπαμπέτ. Σαιν-Ζαν-ντι-Γκαρ. Στα βουνά Σεβέν. Μα τι έφτιαχνε εκεί πάνω; Σε ποιανού το σπίτι ήταν; Ετοίμασα καφέ στη μικρή ιταλική μου καφετιέρα του ενός φλιτζανιού. Για δεύτερο φλιτζάνι, νέα προετοιμασία. Έτσι μου άρεσε ο καφές. Ποτέ ξαναζεσταμένος. Άναψα επιτέλους το τσιγάρο μου και το ρούφηξα αργά-αργά. Κανένα πρόβλημα με την πρώτη ρουφηξιά. Κερδισμένο ήταν το παιχνίδι και για τις επόμενες.

Έβαλα να παίζει ένα δίσκο του Νοτιοαφρικανού πιανίστα Abdullah Ibrahim. Κυρίως για ένα κομμάτι. Το Zikr. Δεν πίστευα μήτε στο Θεό μήτε στο Διάβολο. Αλλά η μουσική αυτή και το τραγούδι, κυρίως με το ντούο με τον Johnny Dyani, τον κοντραμπασίστα που τον συνόδευε, περιείχε τέτοια εσωτερική ηρεμία που σε καλούσε να πεις τι ωραία που είναι η γη και τι θαυμάσια. Το κομμάτι αυτό το άκουγα με τις ώρες. Την αυγή. Ή όταν έδυε ο ήλιος. Με γέμιζε ανθρωπιά.

Η μουσική έγινε πιο δυνατή. Μπροστά στο πορτοπαράθυρο, με το φλιτζάνι στο χέρι, έβλεπα τη θάλασσα να φουσκώνει όλο και πιο πολύ. Δεν καταλάβαινα καθόλου τα λόγια του Abdullah Ibrahim, όμως αυτό το Remembrance of Allah το μετέφραζα μέσα μου με τον πιο απλό τρόπο. Αυτό που διακυβεύεται εδώ, σ’ αυτή τη γη, είναι η ίδια μου η ζωή. Μια ζωή με τη γεύση της ζεστής πέτρας και των στεναγμών της θάλασσας, ενώ τα τζιτζίκια θα αρχίσουν σε λίγο το δικό τους τραγούδι. Αυτή τη ζωή θα την αγαπώ ως την τελευταία μου πνοή. Inch Allah.

*Η Τριλογία Της Μασσαλίας – Solea, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Είχε ανάγκη το «αλλού», όπως εγώ τη θάλασσα*

Είχα επιστρέψει σπίτι μου αργά, είχα πιει πολύ, είχα καπνίσει υπερβολικά κι είχα κακοκοιμηθεί. Η μέρα δεν μπορούσε παρά να είναι σκατένια.
Ο καιρός, ωστόσο, ήταν θαυμάσιος, όπως πουθενά αλλού δεν είναι έτσι τον Σεπτέμβρη. Πέρα απ’ το όρος Λουμπερόν και τις Αλπίγ είχε κιόλας φθινοπωριάσει. Στη Μασσαλία, μέχρι τα τέλη Οκτώβρη καμιά φορά, το φθινόπωρο κρατάει μια γεύση καλοκαιριού. Αρκούσε ένα αεράκι για να ξαναζωντανέψουν οι μυρωδιές του θυμαριού, της μέντας και του βασιλικού.
Εκείνο το πρωί, έτσι ακριβώς μύριζε. Μέντα και βασιλικός. Οι μυρωδιές της Λολ. Η μυρωδιά της στον έρωτα. Ξαφνικά ένιωσα γέρος και κουρασμένος. Θλιμμένος. Έτσι γίνομαι όπως πάντα όταν παραπίνω, καπνίζω σαν φουγάρο και κοιμάμαι άσχημα. Δεν είχα κουράγιο να βγάλω τη βάρκα. Κακό σημάδι. Δεν μου’χει ξανασυμβεί εδώ και καιρό. Ακόμη και μετά που έφυγε η Λολ, είχα εξακολουθήσει τις βαρκάδες μου.
Μου ήταν απαραίτητο κάθε μέρα, να παίρνω τις αποστάσεις μου απ’ τους ανθρώπους. Να καταφεύγω στη σιωπή. Το ψάρεμα, ήταν το πρόσχημα. Ένας φόρος τιμής που όφειλα σε τούτη την απεραντοσύνη. Πέρα, στ’ ανοιχτά, ξαναμάθαινες την ταπεινότητα. Κι επέστρεφα πάλι στη στεριά, γεμάτος καλοσύνη για τον κόσμο.
Η Λολ το ήξερε αυτό, κι άλλα πολλά που δεν της είχα πει ποτέ μου. Με περίμενε να φάμε στην ταράτσα. Κατόπιν βάζαμε μουσική και κάναμε έρωτα. Με την ίδια απόλαυση όπως και την πρώτη φορά. Με το ίδιο πάθος. Τα κορμιά μας έμοιαζαν ταμένα σ’ αυτό το γιορτάσι από γεννησιμιού τους. Την τελευταία φορά, είχαμε αρχίσει τα χάδια με το Yo no puedo vivir sin ti. Ένα δίσκο τσιγγάνων του Περπινιάν. Κάτι ξαδέλφια της Λολ. Μετά, μου ανακοίνωσε την πρόθεσή της να φύγει. Είχε ανάγκη το «αλλού», όπως εγώ τη θάλασσα.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

«Τραβάμε κουπί, δεν είμαστε βλάκες.»*

Δεν είχαμε κανένα λόγο να μείνουμε περισσότερο στην πλατεία της Όπερας. Η αστυνομία είχε κυκλώσει τη γειτονιά. Σε λίγο θα γέμιζε από κάθε λογής μπάτσους. Κόσμος πολύς που δεν μου έκανε κέφι να δω. Είχα πάρει τη Μαρί Λου από το μπράτσο και την είχα πάει στην άλλη μεριά της λεωφόρου Ζαν Μπαλλάρ, στην Πλατεία Τιαρς. Στου Μάριο. Μ’ ένα πιάτο μοτσαρέλλα και ντομάτες, κάπαρη, αντζούγιες και μαύρες ελιές. Ένα πιάτο σπαγγέτι με θαλασσινά. Ένα τιραμισού. Και για κρασί ένα Μπαντόλ, κτήμα Pinarnon.

Μιλήσαμε για όλα και για τίποτε. Κυρίως εκείνη, λιγότερο εγώ. Νωχελικά. Ξεχώριζε την κάθε λέξη σαν να καθάριζε ένα ροδάκινο. Την άκουγα, με τα μάτια όμως μόνο. Με παράσερναν το χαμόγελό της, το σχήμα των χειλιών της, τα λακουβάκια στα μάγουλά της, η σπάνια κινητικότητα του προσώπου της. Την κοίταζα κι ένιωθα το γόνατό της κόντρα στο δικό μου: πως να σκέφτομαι κιόλας;

-Ποια συναυλία; τη ρώτησα σε μια στιγμή.
-Μα που ζεις; Η συναυλία. Στη Φρισ. Με το συγκρότημα Massilia.

Η Φρις είναι το παλιό καπνεργοστάσιο. Χώροι κάπου εκατόν είκοσι χιλιάδων τετραγωνικών πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό Σαιν-Σαρλ. Θυμίζει το μέρος αυτό τις καταλήψεις κτιρίων από καλλιτέχνες στο Βερολίνο, και το PSI στο Κουίνς, στη Νέα Υόρκη. Είχαν εγκατασταθεί εκεί διάφορα ατελιέ, αίθουσες για δοκιμές θεάτρου και μουσικής, ένα περιοδικό, το Taktik, το Ραντιό-Γκρενούιγ, ένα εστιατόριο, μια αίθουσα συναυλιών.

-Πέντε χιλιάδες μαζωχτήκαμε. Θαύ-μα! Οι μάγκες ξέρουν να σ’ ανάβουν φωτιές.
-Καταλαβαίνεις τα προβηγκιανά εσύ;

Τα μισά τραγούδια των Massilia ήταν στην τοπική διάλεκτο. Σε προβηγκιανά των ναυτικών. Τα γαλλικά της Μασσαλίας, όπως λένε στο Παρίσι. Parlam de realitat dei canvas dau quotidian, να τι τραγουδούσαν οι Massilia.

-Δεν σε νοιάζει να καταλαβαίνεις ή να μην καταλαβαίνεις. «Τραβάμε κουπί, δεν είμαστε βλάκες.» Να τι πρέπει να καταλάβεις.

Με κοίταξε σαν κάτι το αξιοπερίεργο. Ίσως ναι, να ήμουν βλάκας. Όλο και πιο ξεκομμένος από την πραγματικότητα. Διέσχιζα τη Μασσαλία αλλά τίποτε δεν έβλεπα πια γύρω μου. Το μόνο που γνώριζα ακόμα σχετικά μ’ αυτήν, ήταν η υπόκωφη βία της και ο επιδερμικός ρατσισμός της. Ξεχνούσα ότι η ζωή δεν ήταν μόνον αυτά. Ότι, παρά τα όσα συνέβαιναν εκεί, άρεσε στους ανθρώπους αυτής της πόλης να ζουν και να γλεντάνε. Ότι με την κάθε ημέρα που ξημέρωνε, η ευτυχία φάνταζε σαν ιδέα καινούρια, έστω κι αν αργά τη νύχτα η κατάληξη ήταν ένας βίαιος έλεγχος ταυτοτήτων.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ