Paul Auster: ο συγγραφέας στη Στέγη*

Υπογράφοντας το Sunset Park. Ερασιτεχνική λήψη.

Υπογράφοντας το Sunset Park. Ερασιτεχνική λήψη.

Η συζήτηση ξεκίνησε με αφορμή τη μουσική του Buddy Holly που ο δημοσιογράφος Ηλίας Μαγκλίνης είχε επιλέξει για να εισάγει το κοινό στη ζωή του Paul Auster. Κι ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχτηκε πως άκουγε Holly όταν ήταν μικρός, πριν τα 12 του χρόνια, αλλά πιο πολύ του άρεσε το «Wake up little Susie» των Everly Brothers. Δεν θα τον αδικούσα. Παρακολουθούσα από τις θέσεις του κοινού, αρκετά μακριά από τη σκηνή ώστε να μην βλέπω με λεπτομέρειες τα χαρακτηριστικά του  Paul Auster αλλά κι αρκετά κοντά ώστε να διακρίνω τον ψηλό άντρα με τα γκρίζα ρούχα και την παιχνιδιάρικη διάθεση να βγάζει το ηλεκτρονικό τσιγάρο και να τράβα μια ρουφηξιά παραδεχόμενος πως δεν καπνίζει πια πουράκια. Ήταν φανερό πως ο πρωταγωνιστής στη σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών δεν ένιωθε καμία αμηχανία. Η  επίγνωση της γοητείας που ασκεί σε συνδυασμό με την αποδοχή που έχει εισπράξει μας χάρισαν μια βραδιά που ο «συνομιλητής» μας δεν δίστασε σε καμία ερώτηση.

Κάπως έτσι λοιπόν, με αφορμή τη μουσική των παιδικών του χρόνων, συναντήσαμε τον Paul Auster. Και στα πρώτα λεπτά αυτής της συνάντησης μάθαμε για τη στιγμή που συνειδητοποίησε την «αστάθεια της πραγματικότητας», όταν στην κατασκήνωση, σε μια από τις εκδρομές τους κι εν μέσω καταιγίδας ένας κεραυνός χτύπησε και σκότωσε έναν παιδικό του φίλο. Στεκόταν ακριβώς δίπλα του τη στιγμή που συνέβη. Κι αν και, όπως είπε, αισθάνεται τυχερός που δεν έζησε πόλεμο, κατοχή ή επιδημίες περιέγραψε αυτή τη στιγμή σαν το δικό του πεδίο μάχης, μέσα στην «συνηθισμένη ζωή» που κατά τα άλλα έχει ζήσει.

Αυτή η «συνηθισμένη ζωή»  του Auster  περιλαμβάνει την ιστορία της γιαγιάς του που δολοφόνησε τον παππού του εν ψυχρό τη στιγμή που εκείνος, 36 χρονών μόνο, άλλαζε μια λάμπα στο σπίτι τους. Σαν παιδί «τη φοβόμουν μέχρι θανάτου» ομολόγησε ο Paul Auster ενώ διηγούνταν την οικογενειακή ιστορία ακροβατόντας μεταξύ δράματος και τραγωδίας. Η γιαγιά, που δολοφόνησε τον άντρα της όταν έμαθε ότι την απατούσε, δεν καταδικάστηκε ποτέ. Τα 5 παιδιά της (τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι) δεν μίλησαν ποτέ για τον φόνο στα παιδιά τους με αποτέλεσμα τα εγγόνια να ζουν για χρόνια στην άγνοια. Και κάποια μέρα, κάπου στη δεκαετία του ’70, μία από τις εγγονές, ενήλικη πια και στο πρώτο της ταξίδι στην Ευρώπη έμαθε το γεγονός τυχαία από έναν γηραιό άγνωστο κύριο της με τον οποίο βρέθηκαν να συνταξιδεύουν σε διπλανά αεροπορικά καθίσματα και να κατάγονται από την ίδια πόλη.

Ο χειμαρρώδης Auster δεν δίστασε ούτε τη στιγμή της πολιτικής κριτικής. Λέγοντας πως ο «φόβος του κομμουνισμού ήταν μια από τις πραγματικότητες που επηρέασε» τα παιδικά του χρόνια, χαρακτήρισε τον Μακάρθυ «τρελό αλκοολικό που τρομοκρατούσε τη χώρα». Έφτασε στο σήμερα λέγοντας πως ο νόμος Patriot Act που ψηφίστηκε στις ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου είναι ένας νόμος Big Brother, ξεκάθαρα αντισυνταγματικός.  Χαρακτήρισε τον Μπαράκ Ομπάμα διστακτικό απέναντι στις αλλαγές που πρέπει να κάνει και φοβισμένο από τις κρατικές υπηρεσίες, ενώ είπε γελώντας ότι ο Μπιλ Κλίντον υπήρξε ο πιο συντηρητικός Δημοκρατικός του αιώνα. Δεν δίστασε να μιλήσει για τον συνεχή «πόλεμο» των Ρεπουμπλικάνων απέναντι στη σημερινή διακυβέρνηση καταλήγοντας πως στις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή ζουν πιο διχασμένοι από ποτέ στην ιστορία της χώρας, σαν να βρίσκονται σε ένα «χαοτικό κουτί θορύβου» όπου «η κατάρα του ρατσισμού συνεχίζει να υπάρχει».

Φοιτητής του Columbia την εποχή των μεγάλων διαδηλώσεων ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Auster συνελήφθη με άλλους 700 συμφοιτητές του κατά τη διάρκεια κινητοποίησης και πέρασε ένα εικοσιτετράωρο στη φυλακή. Διηγήθηκε λοιπόν υπερήφανα πως κατάφερε να μην επιστρατευτεί, ουσιαστικά από τύχη, και τόνισε την αίσθηση ανακούφισης και  το τεράστιο βάρος που έφυγε από τις πλάτες του όταν συνειδητοποίησε πως δεν θα χρειαστεί να πάει φυλακή μιας και  σε περίπτωση επιστράτευσης θα αρνούνταν να πολεμήσει. Και κάπου εκεί η συζήτηση μεταφέρθηκε για άλλη μια φορά στο παρόν. «Η Αμερική είναι σαν χαμένη σήμερα». « Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι μοιάζουν δυστυχισμένοι». «Το σύστημα είναι ελαττωματικό». «Δεν είναι ότι μετανιώνω για τον Ψυχρό Πόλεμο αλλά τότε υπήρχε τουλάχιστον ένα ιδεολογικό επιχείρημα ενάντια στον καπιταλισμό. Οι άνθρωποι είχαν μια ελπίδα». «Σήμερα τίποτα δεν στέκεται αντιμέτωπο στον καπιταλισμό και ο καπιταλισμός έχει πάθει αμόκ». «Χρειαζόμαστε ένα νέο Καρλ Μαρξ».

Εκεί λοιπόν, ανάμεσα στην ζωή, τις εμπειρίες, την απώλεια και την αγάπη,  την πολιτική και την καθημερινότητα μπλέχτηκε η τέχνη και η λογοτεχνία.  «Ελπίζω η δουλειά μου να συνεχίσει να εξελίσσεται» ευχήθηκε ενώ παραδεχόταν πως δεν έχει νιώσει ακόμα την ανάγκη να σταματήσει να γράφει και πως βρίσκεται στη συγγραφή του μεγαλύτερού βιβλίου της ζωής του. Διαχώρισε ο ίδιος τα βιβλία του σε αυτοβιογραφικά και μυθιστορήματα ξεκαθαρίζοντας σχεδόν αυστηρά πως στα βιογραφικά πάντα κάνει προσπάθεια να πει την αλήθεια, ακόμα κι αν αυτή είναι η δική του υποκειμενική αλήθεια, ενώ στα μυθιστορήματα δεν υπάρχει κανένα αυτοβιογραφικό στοιχείο. «Όταν μπεις στη ζώνη του μυθιστορήματος ξεκινά η φαντασία. Πρόκειται για ένα αισθητικό πλαίσιο». Αλλά και η μουσική: «Γράφοντας το The Winter Journal σκεφτόμουν μουσική»

Λάτρης της λογοτεχνίας, δεν μπόρεσε να μη μοιραστεί την αγάπη του με το κοινό. «Η τέχνη είναι φαντασία και η φαντασία είναι πραγματικότητα. Ο Δον Κιχώτης, για τον αναγνώστη του, είναι μέρος του πραγματικού κόσμου» μας εκμυστηρεύτηκε ο Auster που ανάφερε το έργο του Θερβάντες παραπάνω από μια φορά στη χθεσινή συζήτηση. «Η λογοτεχνία είναι υπερεθνική. Ο Φλωμπέρ επηρέασε τον Τζόις, ο Τζόις τον Φώκνερ, ο Φώκνερ τον Μαρκές. Πρέπει να είσαι κουφός, χαζός και τυφλός για να διαβάζεις λογοτεχνία μόνο στη γλώσσα σου» ξεκαθάρισε ενώ προσπαθούσε με λίγα λόγια να περιγράψει το ταξίδι του από τους αμερικάνους συγγραφείς στους ρώσους – από τον Τολστόι μέχρι τον Γκόγκολ – και τους γάλλους – από τους ποιητές μέχρι τον Καμύ.

Και τόλμησε, με χιούμορ, να απαντήσει στην ερώτηση θεατή  για τα βιβλία που θα έπαιρνε απαραιτήτως μαζί του στην περίπτωση που ήταν αναγκασμένος να σώσει μόνο πέντε. Και η λίστα περιλαμβάνει βέβαια τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, το «Ο κοινός μας φίλος» του Ντίκενς, το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι μιας και όπως είπε όφειλε να διαλέξει κι ένα πολύ μεγάλο βιβλίο αφού και δεν θα μπορούσε να έχει παρά μόνο πέντε, το «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ και «Το Κάστρο» του Κάφκα.

Η τελευταία ερώτηση, απ’ το κοινό, ζητούσε το σχόλιό του για το γεγονός  ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές υποχρηματοδοτούνται παγκοσμίως. Και ήταν σαφής. «Τα χρήματα έχουν τώρα τελευταία πάντα τον τελευταίο λόγο κι αυτό είναι θλιβερό. Αν όλα γίνουν αριθμοί και μηχανική, μας λυπάμαι».

~J

 

* Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Ελεύθεροι Σκοπευτές: Paul Auster
Σε μια συζήτηση με τον Ηλία Μαγκλίνη, 5 Νοεμβρίου 2014

Advertisements

Πίσω στο παρελθόν*

Το σαξόφωνο και τα ντραμς ανήκαν σ’ ένα συγκρότημα που λεγόταν Ντάιαμοντς. Το τραγούδι λεγόταν «The Stroll». Μα τα παιδιά δεν το χόρευαν όπως το ήξερα εγώ.
Το στρολ ήταν τα πρώτα χορευτικά βήματα που μάθαμε η Κρίστι κι εγώ όταν αρχίσαμε να κάνουμε μαθήματα χορού. Είναι ένας χορός ανά δύο ζευγάρια, όπου το κάθε ζευγάρι περνάει ανάμεσα σε δύο σειρές αγοριών και κοριτσιών που χτυπάνε παλαμάκια. Αυτό που είδα όταν γύρισα στο γυμναστήριο ήταν διαφορετικό: Τ’ αγόρια και τα κορίτσια πλησίαζαν, αγκαλιάζονταν σαν να χόρευαν βαλς κι ύστερα χωρίζονταν ξανά και γύριζαν στις θέσεις τους στις άκρες των σειρών. Όταν χωρίζονταν, στέκονταν αντικρυστά και κουνούσαν τους γοφούς μ’ ένα τρόπο χαριτωμένο και σέξι.

Στάθηκα δίπλα στο τραπέζι με τ’ αναψυκτικά, κι όπως κοίταζα, ο Μάικ, ο Τζιμ κι ο Βινς μπήκαν στην μεριά των αγοριών. Ο Βινς δεν είχε χάρη -αν έλεγα πως χόρευε σαν λευκό αγόρι, θα πρόσβαλλα όλα τα λευκά αγόρια- , αλλά ο Τζιμ κι ο Μάικ είχαν την έμφυτη χάρη των αθλητών. Κι όλα τα κορίτσια από την απέναντι πλευρά τους κοίταζαν.
«Είχα αρχίσει να ανησυχώ για του λόγου σου!» μου φώναξε η Σέιντι για ν’ ακουστεί πάνω από τη μουσική. «Όλα εντάξει έξω;»
«Μια χαρά!» αποκρίθηκα φωνάζοντας κι εγώ. «Τι χορός είναι αυτός;»
«Μάντισον! Έχουν τρελαθεί μ’ αυτόν ένα μήνα τώρα! Θέλεις να σου μάθω;»
«Κυρία μου», της είπα και την έπιασα αγκαζέ, «εγώ θα σου μάθω».

Τα παιδιά μας είδαν να πλησιάζουμε και μας έκαναν χώρο χειροκροτώντας και φωνάζοντας «Πάνω της, κύριε Άμπερσον!» και «Δείξτε του ποια είστε, δεσποινίς Ντάνχιλ!» Η Σέιντι γέλασε και έσφιξε το λαστιχάκι στην αλογοουρά της. Χρώμα ανέβηκε στα μάγουλά της, κάνοντάς την ακόμα πιο όμορφη. Στήθηκε αντίκρυ μου μαζί με τ’ άλλα κορίτσια χτυπώντας παλαμάκια, κι ύστερα ήρθε στην αγκαλιά μου κοιτάζοντάς με στα μάτια.

*22/11/63, Στήβεν Κινγκ, εκδ.BELL

«ροκ-εν-ρολ»*

Ήταν μια εποχή έντονου αναβρασμού. Ο Ντε Γκωλ, μετά την προσωρινή, μακρόχρονη, αποχή του, είχε επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο για να σώσει τη γαλλική Αλγερία από την απειλή των αλγερινών τρομοκρατών. Ο κόσμος άρχιζε να χρησιμοποιεί λέξεις με άγνωστη σημασία για μένα: αποαποικιοποίηση, κατάρρευση της αυτοκρατορίας, πόλεμος της Αλγερίας, Κούβα, Κίνημα των Αδεσμεύτων, Ψυχρός Πόλεμος. Όλοι αυτοί οι πολιτικοί νεολογισμοί με άφηναν αδιάφορο. Καθώς οι φίλοι του Φρανκ κουβέντιαζαν μόνο για τέτοια, άκουγα δίχως να μιλώ, παριστάνοντας πως καταλάβαινα. Συμμετείχα μόνο όταν άκουγα τη λέξη «ροκ-εν-ρολ». Είχε μπει στη ζωή μας εκεί που δεν το περιμέναμε, λίγους μήνες νωρίτερα. Ακούγαμε αφηρημένοι ραδιόφωνο. Διάβαζα, αραγμένος στην πολυθρόνα. Ο Φρανκ μελετούσε. Μια άγνωστη μουσική ξεχύθηκε από τη συσκευή. Σηκώσαμε το κεφάλι και κοιταχτήκαμε, μην μπορώντας να πιστέψουμε στ’αφτιά μας. Πλησιάσαμε στο ραδιόφωνο και ο Φρανκ δυνάμωσε την ένταση. Ο Μπιλ Χάλεϊ θα μας άλλαζε τη ζωή.

*Η Λέσχη Των Αθεράπευτα Αισιόδοξων, Ζαν-Μισέλ Γκενασιά, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Το απόσπασμα έστειλε στο Βar Des 13 Coins η Aspasia Daskalopulu. Την ευχαριστούμε!

Φτάνεις στο κενό από σιχασιά και κούραση*

Πράσινο. Πορτοκαλί. Κόκκινο. Το βουλεβάρτο Μισελέ παρέλασε χωρίς καμία στάση. Κατόπιν, τρέχοντας σαν βολίδα, η διασταύρωση της Μαζάργκ. Μετά το Ρεντόν, το Λυμινύ. Η D559. Κατεύθυνση Κασίς. Απ’ τον αυχένα της Ζινέστ. Κλασσική πορεία για τους ποδηλάτες της Μασσαλίας. Μια διαδρομή που γνώριζα απέξω. Από κει ξεκινούσαν πολλά μονοπάτια για τους ορμίσκους.

Ένας δρόμος ελικοειδής. Η D559. Στενός. Επικίνδυνος.

Long distance boogie, άρχιζαν οι ZZ TOP. Μεγάλε Μπίλυ Γκίμπονς! Μπήκα στην ανηφόρα με 110, η Σαφράν από πίσω μου. Το Σάαμπ μού φαινόταν λιγάκι μαλθακή, όμως ανταποκρινόταν καλά. Η Ζελού δεν θα την είχε οδηγήσει ποτέ της τόσο ζόρικα.

Μετά την πρώτη μεγάλη στροφή, η Σαφράν άλλαξε λωρίδα. Προσπαθούσαν να φτάσουν πλάι μου, κιόλας. Βιάζονταν. Είδα τη μάσκα του αυτοκινήτου να βρίσκεται στο ύψος του πίσω τζαμιού μου. Το χέρι του Ναρνί πρόβαλε. Κρατούσε ένα σιδερικό. Έβαλα τετάρτη. Δεν ήμουν μακριά από τα 100 και πήρα τη δεύτερη στροφή με πολύ μεγάλη δυσκολία. Το ίδιο κι αυτοί.

Ξανακέρδισα έδαφος.
Τώρα που ήμασταν εκεί, αμφέβαλλα για τις πιθανότητές μου. Ο Μπαλντούτσι φαινόταν άσος στο τιμόνι. Δεν έχεις και πολλές ελπίδες να γευτείς την πουτάργκ της Ονορίν, σκέφτηκα. Διάολε! Πεινούσα. Τι μαλάκας! Έπρεπε να ΄χες φάει πριν. Προτού αρχίσουν τα ντράβαλα. Αλλά έτσι ήσουν εσύ. Ορμούσες, πριν καν προλάβεις ν’ ανασάνεις. Ο Ναρνί θα σε περίμενε. Ή θα ΄χε έρθει να σε βρει.

Σίγουρα θα ‘χε έρθει.
Μια καλή μακαρονάδα αλά ματριτσιάνα δεν θα σου ‘πεφτε άσχημα. Κάνα κόκκινο κρασάκι. Ένα κόκκινο Tempier. Από το Μπαντόλ. Μπορεί να ‘χε από δαύτο στον άλλο κόσμο. Μα τι μαλακίες τσαμπουνάς; Μετά, δεν υπάρχει τίποτα.
Ναι, μετά δεν υπάρχει τίποτα. Σκοτάδι. Αυτό είναι όλο. Κι ούτε που το ξέρεις καν ότι είναι σκοτάδι. Αφού έχεις πεθάνει.

*Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ.