What’s there to live for?*

Η Ιλέιν θα θυμόταν εκείνες τις τελευταίες τρεις εβδομάδες στην Μπογκοτά με τη συντροφιά του Ρικάρδο Λαβέρδε, όπως κάποιος θυμάται τα παιδικά του χρόνια: ένα νεφέλωμα από εικόνες διαστρεβλωμένες από συναισθήματα, ένα σύνολο σημαντικών ημερομηνιών χωρίς να ξεχωρίζει καμία συγκεκριμένη. Η ρουτίνα των μαθημάτων στο CEUCA -είχαν μείνει πια πολύ λίγα κι ήταν απλώς ζήτημα να φινιριστούν κάποιες γνώσεις ή, ίσως, να δικαιολογηθεί κάποια γραφειοκρατία- έσπαγε απ’ την αταξία των συναντήσεών της με τον Ρικάρδο, ο οποίος ή θα την περίμενε πίσω από έναν ευκάλυπτο όταν εκείνη επέστρεφε σπίτι, ή θα της έβαζε ένα σημείωμα στο τετράδιό της δίνοντάς της ραντεβού σε κανένα μουντό café, γωνία 17ης και 8ης. Η Ιλέιν ήταν πάντα συνεπής σ’ αυτά τα ραντεβού, και στη σχετική απομόνωση των cafés του κέντρου οι δυο τους αντάλλασσαν λίγο-πολύ λάγνες ματιές, κι ύστερα πήγαιναν σινεμά και καθόνταν στην τελευταία σειρά για να χαϊδευτούν κάτω από ένα μακρύ μαύρο πανωφόρι που κάποτε άνηκε στον παππού, τον ήρωα αεροπόρο του πολέμου με το Περού. Σε εσωτερικούς χώρους, στο στενάχωρο του Τσαπινέρο, στην επικράτεια του δον Χούλιο και της δόνιας Γκλόριας, συνέχιζαν το ψέμα ότι εκείνος ήταν ο γιος της οικογένειας που τη φιλοξενούσε, κι εκείνη, η αθώα προσωρινή μαθητευόμενη φυσικά, οι νυχτερινές επισκέψεις του γιου στη μαθητευόμενη συνεχιζόταν, καθώς και οι σιγανοί νυχτερινοί οργασμοί τους. Έτσι άρχισαν να ζουν διπλή ζωή, μια ζωή παράνομων εραστών που δεν προκαλούσαν υποψίες σε κανέναν, μια ζωή στην οποία ο Ρικάρδο Λαβέρδε ήταν ο Ντάστιν Χόφμαν στον Πρωτάρη και η δεσποινίς Φριτς ήταν η κυρία Ρόμπινσον και, ταυτόχρονα, η κόρη της, η οποία επίσης λεγόταν Ιλέιν: αυτό, κάτι πρέπει να σήμαινε και να μην ήταν απλή σύμπτωση. Εκείνες τις λίγες μέρες στη Μπογκοτά, η Ιλέιν και ο Ρικάρδο διαδήλωσαν σε όλα τα συλλαλητήρια για τον πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά πήγαιναν και ως ζευγάρι σε πάρτι της αμερικάνικης παροικίας της Μπογκοτά, κοινωνικές εκδηλώσεις που μάλλον διοργανώνονταν προκειμένου οι εθελοντές να μπορούν να μιλήσουν τη γλώσσα τους, να ρωτήσουν πως τα πήγαιναν οι Mets ή οι Vikings, ή να βγάλουν μια κιθάρα και να τργουδήσουν, όλοι μαζί μπροστά στο τζάκι, γυρνώντας ένα joint που τελείωνε σε δύο γύρες, το τραγούδι του Φρανκ Ζάπα:

What’s there to live for?
Who needs the Peace Corps?


Οι τρεις εβδομάδες τελείωσαν την 1η Νοεμβρίου, όταν, στις οκτώμιση το πρωί, μια νέα φουρνία μαθητευόμενων ορκίστηκαν πίστη στο Peace Corps, μετά από άλλες υποσχέσεις και μια δήλωση αόριστων προθέσεων, κι έλαβαν τον επίσημο ορισμό τους ως εθελοντών. Ήταν ένα κρύο και βροχερό πρωινό, κι ο Ρικάρδο φορούσε ένα δερμάτινο μπουφάν που, μόλις ήρθε σε επαφή με τη βροχή, άρχισε ν’ αναδίδει μια έντονη μυρωδιά.

*Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, Juan Gebriel Vásquez, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ

Advertisements