Εξαιτίας των ρολογιών*

Η Ντεντέ μπαίνει μ’ ένα πακέτο και κοιτά τον Τζόνυ.
– Έχεις πιο ψηλό πυρετό. Τηλεφώνησα στο γιατρό, θά’ρθει στις δέκα. Λέει να καθίσεις ήσυχος.
– Εντάξει, σύμφωνοι, όμως πρώτα πρέπει να διηγηθώ στον Μπρούνο για το μετρό. Τις προάλλες κατάλαβα ξεκάθαρα το τι συνέβαινε. Βάλθηκα να σκέφτομαι τη γριά μου, ύστερα τη Λαν και τα παιδιά, και φυσικά στη στιγμή μου φάνηκε πως περπατούσα στη γειτονιά μου, κι έβλεπα τα πρόσωπα των μικρών παιδιών εκείνου του καιρού. Δεν ήταν ότι σκεφτόμουνα, θαρρώ πως κιόλας σου έχω πει πολλές φορές ότι εγώ ποτέ δε σκέφτομαι. Είμαι σαν αραγμένος σε μια γωνία κοιτώντας να περνάει αυτό που σκέφτομαι, αλλά δε σκέφτομαι αυτό που βλέπω. Καταλαβαίνεις; Ο Τζιμ λέει πως είμαστε όλοι ίδιοι, πως γενικά (έτσι λέει) δε σκέφτεται κανείς τον εαυτό του. Ας πούμε πως είναι έτσι, το θέμα είναι πως εγώ είχα πάρει το μετρό στο σταθμό του Σαιν-Μισέλ κι αμέσως βάλθηκα να σκέφτομαι τη Λαν και τα παιδιά και να βλέπω τη γειτονιά. Μόλις κάθισα βάλθηκα να τους σκέφτομαι. Αλλά συγχρόνως είχα συνείδηση πως βρισκόμουν στο μετρό και είδα πως ύστερα από ένα λεπτό περίπου φτάναμε στο Οντεόν και πως ο κόσμος έμπαινε και έβγαινε. Τότε εξακολούθησα να σκέφτομαι τη Λαν και είδα τη γριά μου όταν γύριζε από τα ψώνια κι άρχισα να τους βλέπω όλους και να βρίσκομαι μαζί τους μ’ έναν τρόπο πολύ όμορφο που είχα πολύ καιρό να νιώσω έτσι. Οι αναμνήσεις είναι πάντα μια αηδία, αλλά τούτη τη φορά μου άρεσε να σκέφτομαι τα παιδιά και να τα βλέπω. Αν αρχίσω να σου λέω όλα όσα είδα δεν πρόκειται να τα πιστέψεις γιατί θα ‘παιρνε ώρα. Κι αυτό παραλείποντας της λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, για να σου πω ένα μονάχα πράγμα, έβλεπα τη Λαν μ’ ένα πράσινο φόρεμα που έβαζε όταν πήγαινε στο Club 33, όπου έπαιζα με τον Χαμπ. Έβλεπα το φόρεμα με κάτι κορδέλες, ένα φιόγκο, κάτι σαν κέντημα στα πλάγια, ένα γιακά… Όχι συγχρόνως, παρά σαν να γυρόφερνα στην πραγματικότητα το φόρεμα της Λαν και να το κοίταζα αργά αργά. Κι ύστερα κοίταξα το πρόσωπο της Λαν και κείνα των παιδιών, κι ύστερα θυμήθηκα τον Μάικ που έμενε στο πλαϊνό δωμάτιο, και πώς ο Μάικ μου είχε διηγηθεί την ιστορία με κάποια άγρια άλογα στο Κολοράντο, κι εκείνον που δούλευε σ’ ένα ράντσο και μιλούσε προτείνοντας το στήθος όπως οι δαμαστές των αλόγων…
– Τζόνυ, είπε η Ντεντέ από τη γωνία της.
– Πρόσεξε, δε σου διηγούμαι παρά ένα κομματάκι απ’ όλα όσα σκεφτόμουν και έβλεπα. Πόση ώρα έκανα να σου πω αυτό το κομματάκι;
– Δεν ξέρω ας πούμε κάπου δύο λεπτά;
– Ας πούμε κάπου δύο λεπτά, ξαναλέει ο Τζόνυ. Δύο λεπτά και σου έχω πει ένα κομματάκι, τίποτα άλλο. Αν σου έλεγα όλα όσα είδα να κάνουν τα παιδιά και πώς ο Χαμπ έπαιζει το Save It, Pretty Mamma κι εγώ άκουγα κάθε νότα, καταλαβαίνεις, κάθε νότα, και ο Χαμπ δεν είναι από εκείνους που κουράζονται, κι αν σου έλεγα πως άκουσα ακόμη και τη γριά μου να λέει μια ατέλειωτη πεοσευχή που μιλούσε για λάχανα, μου φαίνεται, ζητούσε συγχώρεση για μένα και το γέρο μου κι έλεγε κάτι για κάποια λάχανα… Λοιπόν, αν σ’ τα ‘λεγα με λεπτομέρειες όλα αυτά, θα περνούσαν περισσότερα από δύο λεπτά, ε Μπρούνο;

– Αν πράγματι άκουσες και είδες όλα αυτά θα περνούσε ένα γεμάτο τέταρτο της ώρας, του είπα γελώντας.
– Θα περνούσε ένα γεμάτο τέταρτο της ώρας, ε Μπρούνο; Τότε να μου πεις πώς γίνεται και ξαφνικά νιώθω πως το μετρό σταματάει και φεύγω απ’ τη γριά μου και τη Λαν κι απ’ όλα εκείνα, και βλέπω πως βρισκόμαστε στο Σαιν-Ζερμαίν-ντε-Πρε, που απέχει ακριβώς ενάμισι λεπτό από το Οντεόν.
Ποτέ δεν με απασχολούν ιδιαίτερα αυτά που λέει ο Τζόνυ, αλλά τώρα, με τον τρόπου που με κοιτάζει, νιώθω ρίγος.
– Μόλις ενάμισι λεπτό με το χρόνο το δικό σου και το χρόνο το δικό της, λέει μνησίκακα ο Τζόνυ. Και ακόμη με το χρόνο του μετρό και του ρολογιού μου, καταραμένα να ‘ναι. Τώρα πως γίνεται κι εγώ σκεφτόμουνα ένα τέταρτο της ώρας, ε Μπρούνο; Πώς μπορείς να σκέφτεσαι ένα τέταρτο της ώρας σ’ ενάμισι λεπτό; Σου ορκίζομαι πως εκείνη την ημέρα δεν είχα καπνίσει ούτε ένα κομματάκι ούτε ένα φυλλαράκι, προσθέτει σαν παιδί μικρό που απολογείται. Και ύστερα μου ξανασυνέβη, τώρα αρχίζει να μου συμβαίνει παντού. Αλλά, προσθέτει πονηρά, μόνο μέσα στο μετρό μπορώ να καταλάβω γιατί το να ταξιδεύω με το μετρό είναι σαν να’μαι βαλμένος μέσα σ’ ένα ρολόι. Οι στάσεις είναι τα λεπτά, καταλαβαίνεις, είναι ο χρόνος, ο δικός σας, του τώρα· αλλά εγώ ξέρω πως υπάρχει άλλος κι έκατσα και σκέφτηκα, σκέφτηκα…
Σκεπάζει το πρόσωπο με τα χέρια και τρέμει. Θα ήθελα να έχω ήδη φύγει, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω για να τους αποχαιρετίσω χωρίς να στενοχωρηθεί ο Τζόνυ, γιατί είναι φοβερά ευαίσθητος με τους φίλους του. Αν συνεχίσει έτσι, θα την έχει άσκημα, τουλάχιστον με την Ντεντέ δεν πρόκειται να μιλάει γι’ αυτά τα πράγματα.
– Μπρούνο, αν μπορούσα μονάχα να ζω όπως εκείνες τις στιγμές ή όπως όταν παίζω, που και τότε ο χρόνος αλλάζει… Καταλαβαίνεις τι θα μπορούσε να συμβεί σ’ ενάμισι λεπτό… Τότε ένας άνθρωπος, όχι μονάχα εγώ, αλλά αυτή, κι εσύ, και όλα τα παιδιά θα μπορούσαμε να ζήσουμε χίλιες φορές περισσότερο απ’ όσο ζούμε εξαιτίας των ρολογιών, της μανίας των λεπτών και του μεθαύριο…

*Ο Κυνηγός, Χούλιο Κορτάσαρ, μετ. Μάγια Μαρία Ρούσσου, εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ

Να ξεκινήσεις από την αταξία και να φτάσεις στην τάξη*

Ο Οράσιο γλίστρησε λίγο πιο χαμηλά και, είδε ξεκάθα­ρα όλα εκείνα που ήθελε να δει. Δεν ήξερε αν αυτό το εγχείρημα θα έπρεπε να το αποπειραθεί εκ των κάτω ή εκ των άνω, με τη συγκέντρωση όλων του των δυνάμεων ή καλύτερα όπως τώρα, σκόρπιος και ρευστός, ανοιχτός στο φεγγίτη, στα πράσινα κεριά, στο πρόσωπο θλιμμένης προβατίνας της Μάγα, στη Μα Ραίηνυ που τραγουδούσε το Jelly Beans Blues.

Καλύτερα έτσι, καλύτερα σκορπισμένος και ευεπίδεκτος, σπογγώδης όπως όλα γίνονταν σπογγώδη μόλις τα κοίταζες πολλή ώρα και με τα αληθι­νά σου μάτια. Δεν ήταν και τόσο μεθυσμένος ώστε να μη νιώθει πως είχε κάνει το σπίτι του γης Μαδιάμ, πως μέσα του τίποτα δε βρισκόταν στη θέση του, αλλά ταυτοχρό­νως – αυτό ήταν σίγουρο, θαυμαστά σίγουρο – στο πά­τωμα ή στο ταβάνι, κάτω απ’ το κρεβάτι ή επιπλέοντας στο νερό του νιπτήρα υπήρχαν αστέρια και θραύσματα αιωνιότητας, ποιήματα σαν ήλιοι και σαν πελώρια γυ­ναικεία πρόσωπα και σαν γάτες όπου μέσα τους έκαιγε η μανία της ράτσας τους, σ’ αυτό το ανακάτεμα από σκου­πίδια, από τις πλάκες νεφρίτη της γλώσσας του όπου οι λέξεις μπλέκονταν μέρα και νύχτα σε λυσσασμένες μάχες ανάμεσα σε μυρμήγκια και σκολόπεντρες, η βλαστήμια συνυπήρχε με την καθάρια μνεία των ουσιωδών, η ξεκά­θαρη εικόνα με τη χειρότερη αργκό. Η ακαταστασία θριάμβευε και έτρεχε μέσα στα δωμάτια με τα μαλλιά της να κρέμουνται σε απαίσια τσουλούφια, τα μάτια γυάλι­να, τα χέρια γεμάτα τράπουλες που δεν μπορούσαν να τις ανακατέψουν, επιστολές χωρίς αρχή και τέλος και πάνω στα τραπέζια κρύωνε η σούπα μέσα στα πιάτα, το δάπεδο ήταν γεμάτο παρατημένα πανταλόνια, σάπια μή­λα, λεκιασμένους επιδέσμους. Κι όλα αυτά ξαφνικά ογκώνονταν και γίνονταν μια φρικτή μουσική, ήταν κάτι περισσότερο από την τσόχινη σιωπή που επικρατούσε στα τέλεια τακτοποιημένα σπίτια των άμεμπτων συγγε­νών του, στο κέντρο μιας σύγχυσης όπου το παρελθόν δεν μπορούσε να βρει το κουμπί του πουκαμίσου και το παρόν ξυριζόταν με κομμάτια γυαλί γιατί δεν έβρισκε το ξυράφι που ήταν θαμμένο σε κάποια γλάστρα, μέσα σ’ ένα χρόνο που στριφογύριζε σαν ανεμοδείκτης με κάθε αέρα, ένας άνθρωπος βαριανάσαινε ώσπου δεν άντεχε άλλο, ένιωθε πως η ζωή του έφτανε στο παραλήρημα κα­θώς κοίταζε την ακαταστασία που τον περιστοίχιζε και αναρωτιόταν αν οτιδήποτε από όλα αυτά είχε νόημα. Κάθε ακαταστασία θα δικαιωνόταν εφόσον θα έβγαινε από τον εαυτό του, με την τρέλα ίσως θα κατάφερνε να φτάσει σε μια λογική που δε θα ήταν αυτού του είδους η λογική που η απουσία της είναι η τρέλα. «Να ξεκινήσεις από την αταξία και να φτάσεις στην τάξη», σκέφτηκε ο Ολιβέιρα. «Ναι, αλλά τι είδους τάξη θα είναι αυτή που δε θα μοιάζει με την πιο φρικτή, πιο απαίσια, πιο νοση­ρή απ’ όλες τις ακαταστασίες; Η τάξη των θεών ονομά­ζεται κυκλώνας ή λευχαιμία, η τάξη του ποιητή ονομάζε­ται αντιύλη, συμπαγές διάστημα, λουλούδι από τρεμάμε­να χείλη, αχ Θεέ μου, τι μεθύσι, πρέπει να πάω αμέσως να ξαπλώσω». Και η Μάγα έκλαιγε, ο Γκυ είχε εξαφανι­στεί, ο Ετιέν είχε φύγει αμέσως μετά τον Περίκο και ο Γκρεγκορόβιους, ο Γουώνγκ και ο Ρόναλντ κοίταζαν ένα δίσκο που γύριζε αργά, τριάντα τρεις και ένα τρίτο στροφές το λεπτό, ούτε μια περισσότερο ή λιγότερο και σ’ αυτές τις στροφές το Oscar’s Blues, με τον ίδιο τον Όσκαρ στο πιάνο, έναν κάποιο Όσκαρ Πήτερσον, έναν κάποιο πιανίστα με κάτι από τον τίγρη και την τσόχα, έναν κάποιο πιανίστα θλιμμένο και χοντρό, έναν τύπο στο πιάνο και η βροχή να πέφτει πάνω στο φεγγίτη, τελι­κά όλα αυτά ήταν λογοτεχνία.

*Το κουτσό, Julio Cortasar, μετ. Κώστας Κουντούρης, εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ

Tο βιβλίο και τη μουσική τα κερνάει στο bar ο Επίτροπος. Τον ευχαριστούμε!

«Τελικά που είναι η αναθεματισμένη πολυκατοικία σου;»*

Μόλις είχαμε στρίψει στη γωνία της Βόινοβα και σήκωσα το χέρι μου να του δείξω την Κίροφ. Έδειχνα το τίποτα, αλλά για μιαν ατελείωτη στιγμή δεν σκέφτηκα να κατεβάσω το χέρι μου. Στη θέση της Κίροφ ήταν τώρα ένα βουνό από μπάζα, ένας απότομος λοφίσκος από σπασμένες πλάκες μπετόν αρμέ, τούβλα και λυγισμένς ατσαλόβεργες, όλα πασπαλισμένα με θρυμματισμένα τζάμια που γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο.

Αν ήμουν μόνος μου, θα κοίταζα για ώρες τα ερείπια χωρίς να μπορεί να το συλλάβει το μυαλό μου. Η Κίροφ ήταν όλη μου η ζωή. Η Βέρα, ο Όλεγκ και ο Γκρίσα. Η Λιούμπα Νικολάεβνα, η γεροντοκόρη του τέταρτου ορόφου που διάβαζε ψαλμούς και μαντάριζε τα φορέματα όλων των γυναικών της πολυκατοικίας, που μια καλοκαιρινή νύχτα με είδε να διαβάζω ένα μυθιστόρημα του Τζακ Λόντον στο κλιμακοστάσιο και την άλλη μέρα μου έδωσε μια κούτα με βιβλία του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ και του Κάρολου Ντίκενς. Ο Άντον Ντανίλοβιτς, ο επιστάτης, που έμενε στο υπόγειο και μας έβαζε τις φωνές όταν πετάγαμε πέτρες στην αυλή ή φτύναμε από την ταράτσα ή φτιάχναμε πρόστυχους αρσενικούς και θηλυκούς χιονάνθρωπους με καρότα για πέη και γομολάστιχες για ρώγες. Ο Ζαβοντίλοφ, που έλεγαν πως ήταν γκάνγκστερ και του έλειπαν δύο δάχτυλα του αριστερού χεριού του και σφύριζε πάντα στις κοπέλες, ακόμα κι αν ήταν άσχημες, ίσως μάλιστα να σφύριζε πιο δυνατά στις άσχημες για να τους τονώσει το ηθικό – ο Ζαβοντίλοφ, που έκανε πάρτυ μέχρι πρωίας, έπαιζε τους τελευταίους δίσκους της τζαζ, του Βαρλάμοφ και της μπάντας του ή του Έντι Ρόζνερ· άντρες και γυναίκες με ξεκούμπωτα πουκάμισα χόρευαν και γελούσαν στο διάδρομο έξω από το διαμέρισμα, εξοργίζοντας τους μεγάλους κι ενθουσιάζοντας τα παιδιά, που είχαμε αποφασίσει, εφόσον ήμασταν υποχρεωμένοι να μεγαλώσουμε, να γίνουμε τουλάχιστον σαν τον Ζαβοντίλοφ.

*Η Πολιτεία Των Ληστών, Ντέιβιντ Μπένιοφ, εκδ. Ψυχογιός

Όσα έχεις στην καρδιά ακούγονται πιο καθαρά απ’ όσα λες με το στόμα*

Έφυγε κι επέστρεψα στην μπάρα, στη θέση μου, πίνοντας με τον έναν και με τον άλλον και βεβαίως με τον Χασάν, που δεν έχανε ποτέ σειρά για κέρασμα.  Άκουγα τις κουβέντες γύρω μου. Και τη μουσική.  Όταν τελείωνε η ώρα των απεριτίφ, ο Χασάν αντικαθιστούσε τον Φερέ με τζαζ. Τα κομμάτια τα διάλεγε προσεκτικά. Λες κι έπρεπε να βρει ένα συγκεκριμένο ήχο για την ατμόσφαιρα της στιγμής. Ο θάνατος απομακρυνόταν και μαζί του έφευγε και η μυρωδιά του. Σίγουρα προτιμούσα το άρωμα του γλυκάνισου που έχει το παστίς.
– Προτιμώ τη μυρουδιά του γλυκάνισου, φώναξα δυνατά στον Χασάν.
Είχα αρχίσει να ψιλομεθάω.
-Βεβαίως.
Μου έκλεισε το μάτι, πάντα κι ως το τέλος συνένοχος. Ο MIles Davis είχε μόλις αρχίσει το Solea. Ένα κομμάτι που λάτρευα. Και που το άκουγα συνεχώς κάθε νύχτα από τότε που με παράτησε η Λολ.

-Το Solea, μου εξήγησε ένα βράδυ, είναι η σπονδυλική στήλη του φλαμένγκο.
– Κι εσύ γιατί δεν τραγουδάς; Φλαμένγκο ή τζαζ;
Ήταν εξαίσια η φωνή της, το ήξερα. Μου το είχε πει ο Πέδρο, ένας ξάδερφός της. Ομως η Λολ δεν ήθελε να τραγουδάει παρά μόνο σε οικογενειακές συγκεντρώσεις.
– Αυτό που ψάχνω δεν το βρήκα ακόμα, μου απάντησε μετά από μακρά σιωπή.
Εκείνη ακριβώς τη σιωπή που οφείλεις να αναγνωρίζεις στις πιο έντονες στιγμές του Solea.
– Τίποτα δεν καταλαβαίνεις, βρε Φαμπιό.
– Και τι θα έπρεπε να καταλάβω;
Μου χαμογέλασε μελαγχολικά.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Solea, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Ένα αρπακτικό θηρίο σε άνθηση*

Κατά τα άλλα, το νεαρό αυτό πλάσμα ήταν πολύ προσγειωμένο, χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς επιθυμίες, χωρίς αυταπάτες, χωρίς φαντασιώσεις. Ο Σάμπαθ θα στοιχιμάτιζε και τη ζωή του -και όντως την είχε στοιχηματίσει- ότι δεν κουβαλούσε κανένα ταμπού. Του άρεσε η ωμή σκληρότητά της, η πονηριά του υπολογιστικού, δύσπιστου μικρού γερμανικού στοματός της και αναγνώρισε αμέσως τις δυνατότητες που πρόσφερε αυτό το κορίτσι. Απόμακρες, αλλά υπαρκτές. Σκέφτηκε με θαυμασμό πόσο ανέγγιστο από αλτρουισμούς ήταν αυτό το πλάσμα, ένα αρπακτικό θηρίο σε άνθηση.
Ενώ οδηγούσε, άκουγε σε κασέτα μια ζωντανή ηχογράφηση του Μπένι Γκούντμαν από το Κάρνεγκι Χολ. Είχε μόλις Αποχωριστεί τη Ντρέγκα στο «Μπο-Πιτ», κάπου τριάντα χιλιόμετρα νοτιότερα στον αυτοκινητόδρομο 144.
«Μαύροι είν’ αυτοί που παίζουν;» τον είχε ρωτήσει η Γερμανιδούλα.
«Όχι. Μερικοί είναι μαύροι, αλλά κυρίως είναι λευκοί, δεσποινίς. Λευκοί μουσικοί της τζαζ. 16 Ιανουαρίου του 1938 στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης».
«Ήσασταν εκεί;»
«Ναι. Είχα πάρει και τα παιδιά μου, που τότε ήταν μικρά. Για να παραβρίσκονται σε μια συναυλία-σταθμό. Ήθελα να τα έχω κοντά μου τη νύχτα που η Αμερική άλλαξε για πάντα».

Άκουσαν μαζί το «Honeysuckle Rose» όπου τα αγόρια του Γκούντμαν αυτοσχεδίαζαν μαζί με μερικούς μουσικούς από την ορχήστρα του Κάουντ Μπέιζι. «Εδώ κάνουν τζάμπινγκ», της είχε εξηγήσει ο Σάμπαθ. «Αυτό είναι εκείνο που, όπως λέμε, βάζει στα πόδια σου φωτιά. Που δεν αφήνει τα πόδια σου να ησυχάσουν… Ακούς την κιθάρα στο βάθος; Πρόσεξε πως τους οδηγούν τα όργανα που κρατάνε τον ρυθμό. Να ο Μπέιζι… πολύ λιτό παίξιμο στο πιάνο… ακούς την κιθάρα που κρατάει το σύνολο; Αυτή είναι η μουσική των μαύρων. Τώρα ακούς μαύρη μουσική. Τώρα θ’ ακούσεις το ριφ. Αυτός είναι ο Τζέιμς… Κάτω από τη μελωδία υπάρχει ο σταθερός ρυθμός των κρουστών που δίνει τη συνοχή… ο Φρέντι Γκριν στην κιθάρα… Να, πάλι ο Τζέιμς. Σε κάνει να νομίζεις ότι σπάει το όργανό του… το ακούς να κομματιάζεται. Άκου αυτό το πέρασμα, σαν να το ονειρεύονται… πρόσεξε πως το χτίζουν σιγά σιγά… Τώρα αρχίζουν να προετοιμάζουν την έκρηξη του φινάλε. Νά το, έρχεται… Τώρα όλοι είναι συντονισμένοι μεταξύ τους… Κορυφώνεται, τελειώνει. Τελείωσαν. Λοιπόν, πως σου φάνηκε;» τη ρώτησε ο Σάμπαθ.
«Μοιάζει με μουσιή στα κινούμενα σχέδια. Ξέρετε τα κινούμενα σχέδια για παιδιά στην τηλεόραση;»
«Ναι;» είπε ο Σάμπαθ. «Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτή τη μουσική τη θεωρούσαν πολύ προκλητική στην εποχή της. Τι αθώος ο παλιός τρόπος ζωής… όπου και να κοιτάξεις, εκτός από το κοιμισμένο χωριουδάκι μας», είπε χαϊδεύοντας το γένι του, «ο κόσμος έχει κηρύξει τον πόλεμο εναντίον του. Κι εσένα παιδί μου, τι σε φέρνει στο Μανταμάσκα Φολς;» ρώτησε καλοσυνάτα ο Παλιός ο Χρόνος. Πως αλλιώς να το έπαιζε;

*To θέατρο του Σάμπαθ, Philip Roth, μετάφραση Ανδρέας Β. Βαχλιώτης, θεώρηση μετάφρασης και σημειώσεις Κατερίνα Σχινά, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Τίποτα Δεν Έχει Σημασία*

Επιστρέφουν σιωπηλοί στο διαμέρισμά τους. Και αργότερα ξεσπά ένας ανόητος καβγάς: τον κατηγορεί για τον τρόπο που έτριψε την παρμεζάνα. Αίφνης, το διαμέρισμα γίνεται πολύ μικρό για δύο άτομα.
«Πάω κάτω να μαστορέψω λιγάκι», λέει.
Κι εκείνη μένει μόνη.

Ρίχνει μια ματιά στις μουσικές τους και βάζει το σάουντρακ του Τσετ Μπέικερ για το Let’s Get Lost, ένα ντοκιμαντέρ του Μπρους Γουέμπερ, που είναι από τους αγαπημένους της φωτογράφους. Η μελωδία είναι το «You’re My Thrill». Συνοφρυώνεται προσπαθώντας να συγκεντρωθεί και να καταλάβει τους στίχους, έπειτα χάνει κάθε ενδιαφέρον. Ανοίγει το κινητό της – κανένα μήνυμα. Κι αν του στείλε εκείνη ένα μήνυμα; Να λέει, όμως, τι; Χτυπάει τα πλήκτρα του κινητού κι έπειτα σβήνει κάθετι που γράφει: «Αυτό το τραγούδι» (διαγραφή) «βλάκα» (διαγραφή) «εύχομαι» (διαγραφή) «γιατί είναι πάντα τόσο χαζό;» (διαγραφή) «τόσο ανόητο». Το σβήνει κι αυτό και γράφει: «Μου λείπεις, μπορώ να έρθω για επίσκεψη;» Το στέλνει. Στο στερεοφωνικό, ο Τσετ Μπέικερ τραγουδάει: «Nothing seems to matter… Here’s my heart on a silver platter… Where’s my will?»

Κάτω στο εργαστήρι, ο Μένζις προσπαθεί, τεντώνοντας και πετώντας στον τοίχο ένα ελαστικό ιμάντα, να πετύχει ένα σημάδι. Το πετυχαίνει μια φορά, έπειτα επιχειρεί άλλα τρία διαδοχικά χτυπήματα. Το παιχνίδι τον κουράζει, κι έτσι ξεκινά να σχεδιάζει φανταστικές εφευρέσεις που ποτέ δεν θα δημιουργήσει.
Του χτυπάει την πόρτα. «Γεια», λέει αμήχανα. «Ενοχλώ;»

*Τίτλοι Τέλους, Τομ Ράχμαν, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ

Δεν είναι σίγουρο ότι αλλού θα είναι λιγότερο άσχημα*

Βρήκα μια θέση σ’ ένα τραπέζι, όπου κάθονταν μια παρέα νεαροί που τους γνώριζα λιγάκι. Θαμώνες του μπαρ. Ο Ματιέ, η Βερονίκ, η Καρίν, ο Σεντρίκ. Τους κέρασα μόλις κάθησα και τα κεράσματα διαδέχονταν το ένα τ’ άλλο. Τώρα ο Σόνυ Ρόλλινς έπαιζε το Without a Song. Με τον Τζιμ Χολ στην κιθάρα. Ο πιο όμορφος δίσκος του, The Bridge.

Ένιωσα τρομερά ωραία που βρισκόμουν εκεί, σ’ έναν φυσιολογικό κόσμο. Με νέους που αισθάνονταν καλά μες το πετσί τους. Ακούγοντας τ’ ανοιχτόκαρδα γέλια τους. Συζητήσεις που έπλεαν, ανέμελες, μες τους ατμούς του αλκοόλ.
«Γαμώτο, δεν πρέπει να χάνεις το στόχο», ούρλιαζε ο Ματιέ. «Γιατί να θες να γαμήσεις τους Παριζιάνους; Το Κράτος πρέπει να γαμήσουμε! Οι Παριζιάνοι τι είναι δηλαδή; Την έχουν χειρότερα απ’ όλους. Γιατί ζουν πλάι στο Κράτος. Εμείς είμαστε μακριά, γι’ αυτό είμαστε καλύτερα, δεν γίνεται αλλιώς.»

Η άλλη Μασσαλία. Μια τόση δα δόση αναρχισμού στη μνήμη της. Εδώ, στη διάρκεια της Κομμούνας το 1871, η μαύρη σημαία των αναρχικών είχε κυματίσει για σαράντα οκτώ ώρες στη νομαρχία. Σε πέντε λεπτά, έτσι ξαφνικά, θα μιλάνε για τον Μπομπ Μάρλεϋ. Για τους Τζαμαϊκανούς. Θα βαλθούν ν’ αποδείξουν ο ένας στον άλλο πως αν έχεις δυο κουλτούρες, καταλαβαίνεις καλύτερα τους άλλους. Τον κόσμο. Μπορούσαν να περάσουν όλη τη νύχτα κουβεντιάζοντας γι’ αυτό.

Σηκώθηκα κι άνοιξα δρόμο μέχρι το μπαρ για να πάρω τηλέφωνο. Το σήκωσε με το πρώτο κουδούνισμα, λες και στεκόταν δίπλα στη συσκευή περιμένοντας να χτυπήσει.

*Η Τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο, Ζαν-Κλωντ Ιζζό, εκδ. ΠΟΛΙΣ