About Narrator

" But it is no use to justify yourself. It is no good to explain. It is weak to be anecdotal. It is wise to conceal the past even if there is nothing to conceal. A man’s power is in the half-light, in the half-seen movements of his hands and the unguessed-at expression of his face. It is the absence of facts that frightens people: the gap you open, into which they pour their fears, fantasies, desires." H. Mantel

bitter chocolate timbale in orange sauce*

He was early for his appointment with Valente. He stopped in front of the restaurant where he’d gone the last time he was in Mazàra. He gobbled up a sauté of clams in bread-crumbs, a heaping dish of spaghetti with white clam sauce, a roast turbot with oregano and caramelized lemon, and he topped it all off with a bitter chocolate timbale in orange sauce. When it was all over he stood up, went into the kitchen, and shook the chef’s hand without saying a word, deeply moved. In the car, on his way to Valente’s office, he sang at the top of his lungs: “Guarda come dondolo, guarda come dondolo, col twist …”

*The Snack Thief, Andrea Camilleri

Advertisements

… η γαλλική κοινωνία ήταν τρομακτική

Ποτέ δεν έφερνε την κουβέντα στις υποθέσεις μου. Άλλωστε σιχαινόταν τη δουλειά μου. Στις διακοπές, με την οικογένειάς της, όποτε δειπνούσαμε στην πόλη, με παρακαλούσε να μη μιλάω καθόλου για τη δουλειά. Φυλαγόταν. Μεταξύ μας, οι αστυνομικοί γινόμαστε απαίσιοι. Το βράδυ που έφαγε για πρώτη φορά με την ομάδα μου του 18ου διαμερίσματος, η παράσταση που έδωσε ο Τζέι Αρ σχετικά με τις προσαγωγές, σιχαμερή αλλά ξεκαρδιστική σύμφωνα με τα γούστα μου, την είχε αηδιάσει. Χρειάστηκε μήνες για να μάθει να τον ανέχεται και ο Τζέι Αρ, ξέροντας πως ένιωθε η Ελιζαμπέτ, γινόταν επίτηδες υπερβολικός. Κι όμως, αυτός τη λάτρευε. Όλοι τους συμπαθούσαν την Ελιζαμπέτ. Έβλεπαν την ομορφιά της, άκουγαντ η χαμηλόφωνη ομιλία της, πρόσεχαν πόσο ήρεμη, σχεδόν νωχελική, ήταν και υπέκυπταν στη γοητεία της.  Χωρίς να αντιληφθούν πως πίσω από αυτή την πραότητα κρυβόταν μια θανατερή απάθεια. Όταν κατάλαβε πως ούτε εκείνη ούτε εγώ θα προχωρούσαμε ποτέ παρακάτω, δεν άντεξε άλλο. Κατά βάθος, τη φόβιζα. Οι απουσίες μου, ο ενθουσιασμός μου, οι επιτυχίες μου την πλήγωναν, αφού όλα αυτά αποδείκνυαν πως η γαλλική κοινωνία ήταν τρομακτική. Εκείνη ονειρευόταν έναν ειρηνικό κόσμο και δεν είχαμε παιδιά έτσι ώστε να μπορεί να αποστρέφει το βλέμμα της από την πραγματικότητα. Είχα μια σύζυγο θεϊκή και ανυπεράσπιστη. Για να μη λυγίσω, είχα σβήσει σιγά σιγά από το διαμέρισμά μας κάθε ίχνος της, αλλά δεν περνά ούτε μέρα που να μην μου λείπει. Αρκεί να ακούσω το «Ντιέγκο», το τραγούδι του Μισέλ Μπερζέ, για να βουρκώσουν τα μάτια μου. Και τα δάκρυα να πλημμυρίσουν το πρόσωπό μου. Η Ελιζαμπέτ μπορούσε να το ακούει είκοσι φορές απανωτά. Μου φτάνουν δύο νότες για να ξαναδώ μπροστά μου τον εαυτό μου μαζί της, γονατιστό δίπλα στο κρεβάτι της, ταγμένο στην καλοσύνη και την πληγωμένη της ψυχή.

*Το Παρίσι εν καιρώ ειρήνης, Gilles Martin-Chauffier, εκδ. Πόλις

Κακοκαιρία*

Τι σ’ έπιασε; τον ρωτάει εκείνη. Μοιάζεις κάπως… Μήπως έχεις πιεί;
Όχι. Όχι πολύ. Παραμερίζει τον γκριζωπό αρακά στο πιάτο του. Τελικά έγινε, της λέει. Φεύγω. Πήρα διαβατήρια και τα λοιπά.
Ω, έτσι απλά. Προσπαθεί να κρύψει την απογοήτευση στη φωνή της.
Έτσι απλά. Οι σύντροφοι ήρθαν σε επαφή. Μάλλον έκριναν ότι τους είμαι πιο χρήσιμος εκεί κάτω παρά εδώ. Τέλος πάντων, ύστερα από τόση κωλυσιεργία, ξάφνου δεν βλέπουν την ώρα να με ξεφορτωθούν. Ένας μπελάς λιγότερο.
Θα είσαι ασφαλής στο ταξίδι; Νόμιζα…
Πιο ασφαλής παρά εδώ. Λένε όμως ότι δεν με ψάχνουν πια με τόση μανία. Έχω την αίσθηση πως και η άλλη πλευρά θέλει να του δίνω. Είναι λιγότερο περίπλοκο έτσι. Αλλά δεν θα πω σε κανέναν ποιο τραίνο θα πάρω. Δεν θέλω να βρεθώ στα χωράφια με καμιά σφαίρα στο κεφάλι ή μαχαιρωμένος πισώπλατα.
Και πως θα περάσεις τα σύνορα; Πάντα έλεγες πως…
Αυτή τη στιγμή τα σύνορα τα περνάς στο άψε σβήσε, για να βγεις δηλαδή. Οι τελωνιακοί ξέρουν πως υπάρχει ανοιχτή γραμμή προς τη Νέα Υόρκη κι έπειτα προς το Παρίσι. Είναι όλα οργανωμένα και όλους τους λένε Τζο. Οι μπάτσοι έχουν πάρει εντολές. Να κοιτάτε αλλού, τους είπαν. Και δεν δίνουν δεκάρα.
Μακάρι να ερχόμουν μαζί σου, του λέει εκείνη.
Ώστε γι’ αυτό δειπνούσαν έξω. Ήθελε να της το πει κάπου, όπου εκείνη δεν θα μπορούσε να παραφερθεί. Ελπίζει ότι δεν θα του κάνει σκηνή σε δημόσιο χώρο. Δεν θα κλάψει, δεν θα παραπονεθεί, δεν θα τραβήξει τα μαλλιά της. Σ’ αυτό ποντάρει.
Ναι. Μακάρι να ερχόσουν, αλλά δεν γίνεται. Είναι άσχημα εκεί πέρα, της απαντάει. Και νοερά σιγοτραγουδάει:

Κακοκαιρία,
Και το δικό μου παντελόνι
ξεκούμπωτο…**

Συγκρατήσου, μονολογεί, επίσης νοερά. Νιώθει το κεφάλι του φουντωμένο, ξέχειλο θαρρείς από αίμαι. Λες κι αιωρείται στο κενό και την κοιτάζει από ψηλά. Το χαριτωμένο, θλιμμένο της πρόσωπο τρεμουλιάζει σαν είδωλο σε ταραγμένη λίμνη. Συσπάται, γρήγορα θα πνιγεί σε δάκρυα. Όμως, παρά τη θλίψη της, πρώτη φορά είναι τόσο γλυκιά. Την τυλίγει μια γλυκιά απαλή λάμψη. Το μπράτσο της, εκεί που την άγγιξε, είναι σφιχτό. Θέλει να την αρπάξει, να την κουβαλήσει στο δωμάτιο και να την πηδήξει έξι φορές μέχρι την Κυριακή. Λες κι έτσι θα την κρατούσε κοντά του.
Θα σε περιμένω, του λέει εκείνη. Όταν γυρίσεις, θα φύγω από το σπίτι μου και θα έρθω μαζί σου.

*Ο Τυφλός Δολοφόνος, Μάργκαρετ Άτγουντ, μετάφραση Πόλυ Μοσχοπούλου, εκδ. ΩΚΕΑΝΙΔΑ

** Stormy weather,/ Don’t know why, got no buttons on my fly,/ Got a zipper… στο πρωτότυπο (παράφραση των στίχων του «stormy weather» των Ted Koehler & Harold Arlen, το οποίο ‘ακούγεται΄και σε άλλο κεφάλαιο του βιβλίου)

Η αισθητική δεν προχωρά ποτέ μόνη της*

«Είναι το περίφημο βιολί;» ρώτησε δείχνοντας τη γωνία του δωματίου με το μολύβι της.
«Περίφημο;»
«Περίφημο».
«Ε, ναι, λοιπόν».
«Μην το αφήσεις εδώ. Σοβαρά τώρα…»
«Μην ανησυχείς, θα το πάρω μαζί μου στο μάθημα».
«Δεν φαντάζομαι να έχεις σκοπό να παίξεις μπροστά στους…» είπε εύθυμα.
«Όχι, φυσικά και όχι».

Ή μάλλον ναι. Γιατί όχι; Το αποφάσισε ξαφνικά, όπως τότε που ζήτησε από τη Λάουρα να τον συνοδεύσει στη Ρώμη ως δικηγόρος του. Η Λάουρα τον ωθούσε σε παρορμητικές κινήσεις.
Ο Αντριά Αρντέβολ, στο μάθημα Ιστορίας των αισθητικών ιδεών του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης, είχε το θράσος να ξεκινήσει το πρώτο μάθημα του δεύτερου εξαμήνου παίζοντας την Παρτίτα υπ’ αριθμόν ένα με το Στοριόνι του. Είναι σίγουρο ότι κανένας από τους τριάντα πέντε φοιτητές δεν αντιλήφθηκε τα πέντε ασυγχώρητα λάθη του, ούτε τη στιγμή που μπερδεύτηκε και αναγκάστηκε να αυτοσχεδιάσει στο Tempo di Borea. Κι όταν τελείωσε, τακτοποίησε προσεκτικά το βιολί στη θήκη του, το άφησε στο τραπέζι και είπε τι σχέση πιστεύετε ότι υπάρχει μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και σκέψης. Και κανείς δεν τόλμησε να απαντήσει, γιατί που να ξέρω, γαμώτο.

«Τώρα φανταστείτε πως βρισκόμαστε στο χίλια επτακόσια είκοσι».
«Γιατί;» ρώτησε ένα μουσάτο αγόρι που καθόταν στο βάθος, απομονωμένο από τους άλλος, ίσως για να μην κολλήσει τίποτα.
«Είναι η χρονιά που ο Μπαχ συνέθεσε το κομμάτι που μόλις σκότωσα».
«Και υποτίθεται ότι η σκέψη αλλάζει;»
«Εσύ κι εγώ, πάντως, θα φορούσαμε περούκα».
«Μα αυτό δεν αλλάζει τη σκέψη».
«Δεν την αλλάζει; Άντρες και γυναίκες με περούκες, καλσόν και τακούνια…»
«Επειδή η αισθητική του δεκάτου όγδοου αιώνα διέφερε απ’ τη σημερινή».
«Μόνο η αισθητική; Τον δέκατο όγδοο, αν δεν κυκλοφορούσες με περούκα, μακιγιαρισμένος, με τακούνια και καλσόν δεν σ’ άφηναν να μπεις σε σαλόνι. Σήμερα ένα μακιγιαρισμένο άντρα με περούκα, καλσόν και τακούνια τον κλείνουμε στη φυλακή χωρίς να τον ρωτήσουμε».
«Μήπως αυτό έχει να κάνει με την ηθική;»
Ήταν μια ντροπαλή φωνή στην πρώτη σειρά, η φωνή μιας κοπέλας που έμοιαζε με οδοντογλυφίδα. Ο Αντριά, που προχωρούσε ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων γύρισε πίσω.
«Μου αρέσεις», είπε. Και η κοπέλα κοκκίνησε, παρότι δεν είχα τέτοια πρόθεση. «Η αισθητική, έστω κι αν επιμένει, δεν προχωρά ποτέ μόνη της».
«Όχι;»
«Όχι. Διαθέτει μια μεγάλη ικανότητα να συμπαρασύρει κι άλλες μορφές σκέψης.
«Δεν καταλαβαίνω».

Τέλος πάντων, ήταν ένα μάθημα που με βοήθησε να θέσω τις βάσεις όσων θα ανέλυα για μερικές βδομάδες. Κι υπήρχαν στιγμές που ξεχνούσα ακόμα και το ότι στο σπίτι ζούσαμε μες στη σιωπή, η Σάρα κι εγώ. Ο Αντριά λυπήθηκε που δεν βρήκε τη Λάουρα στο γραφείο, όταν πήγε να πάρει τα πράγματά του, διότι θα ήθελε να της διηγηθεί τον θρίαμβο της ιδέας της.

*Confiteor, Ζαουμέ Καμπρέ, μετάφραση Ευρυβιάδης Σοφός, εκδόσεις Πόλις

All the boys are innocent*

Nicole put the tape into the hefty but purportedly portable cassette and CD player on the mantlepiece, momentarily nervous that Parlabane’s geriatric tape would give it the audio equivalent of a sexually transmitted disease. He had cued it up at the right place, and she pushed up the volume as the sound began to break through.

She glanced briefly at him, but he was staring fixedly at the machine, either urging her attention or aware of the awkwardness of not knowing where to look when two people are concentrating on simply listening to something.

The recently abused chorus was ending, and the song broke down to just a synth sound and a tentative, creeping bass for a few bars. The synth riff was repeated as a rhythm guitar surfaced somewhere, a dry sound like helicopter blades chopping overhead. Then a lead guitar entered quietly, snaking around the synth and growing gradually louder in the mix as the hypnotic melody circled again and again and drums began to pulse in the distance, getting ever clearer, ever nearer.

She felt a thrilling sense of anticipation as the orchestration expanded and each of the instruments grew louder, her desire for the song to reveal its hidden secret enhanced by the dramatic and teasing build-up. The tension reached breaking point and the toms suddenly gave way to snare, the lead guitar screaming in, full-blooded, to take up the riff introduced by the synth, a crashing wave of sound and emotion. Somewhere she could see a man in black, younger than her, swaying and waving in a bacchae of sweating bodies beneath the swelter of stage lights.

There was a voice, somewhere, lost amidst the storm. She was about to reach for the volume control again when she realised that, like what had gone before it, the voice would grow stronger and louder in passing cycles. Other voices joined it on each pass, their tune now defined but the lyrics still agonisingly obscure.

With the next repetition, she thought she had made out what was being said, and it was a possibility that stopped her breath until the next pass confirmed it.

The voices were singing the same words over and over.

Over and over.

«All the boys are innocent.»

*Country of the Blind, Christopher Brookmyre

Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκε ποτέ*

«Τι θα ήθελες να ακούσεις;»
«Μπιτλς;»
«Σικάγο;»
«Φόρμουλα V;»
«Λος Πάσος;»
«Κρίντενς;»
«Αχά, Κρίντενς», ήταν για άλλη μια φορά η συμφωνία. Εδώ και χίλια χρόνια τους άρεσε να ακούν τη συμπαγή φωνή του Τζον Φόγκερτι και τις πρωτόγονες κιθάρες των Κρίντενς Κλίαργουοτερ Ριβάιβαλ.
«Παραμένει πάντα η καλύτερη εκτέλεση του Proud Mary».
«Αυτό δεν χωράει καν συζήτηση».
«Τραγουδάει σαν να είναι μαύρος, ή μάλλον όχι: τραγουδάει σαν να είναι Θεός, γαμώτο… Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκε ποτέ».

Ο Κόντε κοίταξε τον Κάρλος, αλλά ο Κοκκαλιάρης, σαν να μην είχε πει τίποτα, ασχολιόταν με το να βάλει το σιντί στη σωστή του θέση, να πατήσει το πλήκτρο που το κατάπινε και κατόπιν εκείνο που προορίζονταν να κάνει το μηχάνημα να παίξει τη μουσική.
Η ιδέα ήταν της Ντουλσίτα: θα γιόρταζαν τα γενέθλια με τον κλασσικό τρόπο, με τις καλύτερες ρητορείες του στιλ που αποκαλούσαν «τσιτσί» και το οποίο, κατ’ αυτήν, ακολουθούσαν πολύ στο Μαϊάμι. Με την εξαίρεση των τιμώμενων προσώπων και του Κόντε, οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένης της γριάς Χοσεφίνα, θα κατέφθαναν όλοι μαζί, κάποιοι με το αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει αυτή, άλλοι με την καμπριολέ Μπελ Ερ του Γιόγι, με τα κλάξον να ηχούν. Θα έμπαιναν στο σπίτι με μπαλόνια στα χέρια, μυτερά καπέλα στο κεφάλι, μπουκέτα με λουλούδια και με την τούρτα, στεφανωμένη με τα πενήντα δύο κεριά, ήδη αναμμένα. Και όλα αυτά θα τα έκαναν τραγουδώντας το Happy Birthday to You. Η τούρτα των γενεθλίων ήταν χωρισμένη σε δύο μισά: το ένα καλυμμένο με γαλάζια μαρέγκα για την Ταμάρα και το άλλο με κρέμα σε μια απόχρωση βιολετιά για την Αϊμάρα, και τη διέσχιζαν τα λευκά γράμματα της επιγραφής του απαραίτητου «Χρόνια πολλά», αυτή τη φορά όμως με ένα δύο στην άκρη, τον αριθμό που αναλάμβανε να υψώσει στο τετράγωνο τις ευχές.

*Αιρετικοί, Λεονάρδο Παδούρα, εκδ. Καστανιώτη

Carrying a torch*

Tommy had always taken the particularity, the enduring intensity, of his mother’s memories of Joe as a matter of course, but then one afternoon the previous summer, at the beach, he had overheard Eugene’s mother talking to another neighbourhood woman. Tommy, feigning sleep on his towel, lay eavesdropping on the hushed conversation. It was hard to follow, but one phrase caught his ear and lodged there for many weeks afterward.

«She’s been carrying a torch for him all these years,» the other woman said to Helene Begelman. She was speaking, Tommy knew, of his mother. For some reason, he thought at once of the picture of Joe, dressed in a tuxedo and brandishing a straight flush, that his mother kept on the vanity she had built for herself in her bedroom closet, in a small silver frame. But the full meaning of this expression, «carrying a torch,» remained opaque to Tommy for several more months, until one day, listening with his father to Frank Sinatra sing the intro to «Guess I’ll Hang My Tears Out To Dry,» its sense had become clear to him; at the same instant, he realised he had known all his life that his mother was in love with Cousin Joe. The information pleased him for some reason. It seemed to accord with certain ideas he had formed about what adult life was really like from perusing his mother’s stories in Heartache, Sweetheart, and Love Crazy.

*The Amazing Adventures of Kavalier & Clay, Michael Chabon, Fourth Estate.