Μπέρμινχαμ 1974*

Μια αφίσα με το πορτραίτο του αλλοτινού ήρωά του, του Έρικ Κλάπτον, εξακολουθούσε περήφανα να κοσμεί τον τοίχο, δίπλα σε μια απεικόνιση του σπιτιού του Μπίλμπο Μπαγκινς στο Μπαγκ Εντ, ζωγραφισμένη από τον ίδιο τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, καθώς και μια άλλη εικόνα από το έργο του Τόλκιν, ένας λεπτομερής χάρτης της Μέσης Γης, τη γεωγραφία της οποίας ο Μπέντζαμιν και ο Φίλιπ γνώριζαν καλύτερα από εκείνη των βρετανικών νήσων.
«Άκου λίγο αυτό», είπε ο Μπέντζαμιν, κοιτώντας με κάποια αγωνία τη βελόνα του φορητού μονοφωνικού του πικάπ, καθώς έπεφτε με φόρα στο περιστρεφόμενο βινύλιο. «Άμα κάποτε βάλουμε επιτέλους μπροστά το συγκρότημα, ίσως κάτι τέτοια θα πρέπει να κάνουμε».
«Μια και ανέφερες το συγκρότημα», απάντησε ο Φίλιπ, «σκέφτηκα ένα φανταστικό όνομα». Πήγε στο χάρτη, έψαξε με την άνεση του γνώστη κοντά στα Βουνά της Καταχνιάς, κι ακούμπησε το δάχτυλό του μερικές εκατοντάδες ξωτικές λεύγες νοτιοανατολικά του Φάνγκορν. «Μίνας Τίριθ».
Ο Μπέντζαμιν σούφρωσε τα χείλη. «Δεν είναι άσχημο». Είχε μπει εδώ και τριάντα δευτερόλεπτα το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ: μια παράξενη, δίφωνη μελωδία απ’ την κιθάρα και το σαξόφωνο, ενώ τα όργανα που κρατούσαν το ρυθμό ακολουθούσαν ένα ασυνήθιστο και μπερδεμένο μέτρο, που ο Μπέντζαμιν δεν είχε κατορθώσει ακόμη να αποκρυπτογραφήσει. Η μουσική ήταν τολμηρή, εγκεφαλική και ελαφρώς παρανοϊκή. «Λοιπόν, τι λες;»

«Ακούγονται σαν να κουρντίζουν», είπε ο Φίλιπ. «Ποιοι είναι;»
«Henry Cow«, απάντησε ο Μπέντζαμιν. «Τους πήρα απ’ τον Μαλλιά».
«Ποιόν;»
«Τον Μάλκομ. Τον γκόμενο της Λόις».
«Α», έκανε ο Φίλιπ, πιο σκυθρωπός από ποτέ. «Δεν ήξερα ότι έχει γκόμενο». Κοίταξε με απορία το εξώφυλλο του δίσκου, όπου η ανεξήγητη εικόνα μιας σκέτης κάλτσας φτιαγμένης από σιδερένιους κρίκους, σαν πανοπλία, δεν έδινε την παραμικρή ένδειξη για το περιεχόμενο. «Έτσι πάει συνέχεια;»
«Όχι, γίνεται πιο μυστήριο», είπε ο Μπέντζαμιν, περήφανος με τη νέα του ανακάλυψη. «Ο Μάλκομ λέει ότι πρέπει να την ψάχνεις. Φαίνεται πως έχουν επιρροές από Νταντά».
«Και ποιος ή τι είναι Νταντά;» ρώτησε ο Φίλιπ
«Δεν ξέρω», παραδέχτηκε ο Μπέντζαμιν. «Αλλά… Ε, λοιπόν, φαντάσου τους Yardbirds να τζαμάρουν με τον Λιγκέτι στους καπνούς και τα ερείπια του διαιρεμένου Βερολίνου».
«Ποιος είναι ο Λιγκέτι;»
«Ένας συνθέτης», απάντησε ο Μπέντζαμιν. «Νομίζω».
Πήρε την κιθάρα του και προσπάθησε, χωρίς καμία απολύτως επιτυχία, να παίξει μαζί με την αντιστικτική μελωδία του βιολιού.
«Και τέλος πάντων, γιατί είναι διαιρεμένο το Βερολίνο;» ρώτησε ο Φίλιπ. «Πάντοτε αναρωτιόμουν».
«Δεν ξέρω… Φαντάζομαι ότι θα περνάει κανά ποτάμι ανάμεσα ε; Σαν τον Τάμεση. Νομίζω πως είναι ο Δούναβης».
«Νόμιζα πως είχε να κάνει με τον ψυχρό πόλεμο».
«Μπορεί».

*Η Λέσχη των Τιποτένιων, Τζόναθαν Κόου, εκδ. ΠΟΛΙΣ

Advertisements
This entry was posted in Rock and tagged ,,, by Narrator. Bookmark the permalink.

About Narrator

" But it is no use to justify yourself. It is no good to explain. It is weak to be anecdotal. It is wise to conceal the past even if there is nothing to conceal. A man’s power is in the half-light, in the half-seen movements of his hands and the unguessed-at expression of his face. It is the absence of facts that frightens people: the gap you open, into which they pour their fears, fantasies, desires." H. Mantel

2 thoughts on “Μπέρμινχαμ 1974*

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s